ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ -Sri Aurobindo

03. ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, ΕΞΕΛΙΞΗ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΤΗΤΑ

[Μετάφραση του τρίτου κεφαλαίου του βιβλίου του Sri Aurobindo, ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ]

Δύο είναι οι αλήθειες που φιγουράρουν σήμερα στην προμετωπίδα της σκέψης, δύο ανακαλύψεις με μια τεράστια περιφέρεια φωτισμένων αποτελεσμάτων και αξιόλογου ουσιαστικού εύρους, η εξέλιξη και η κληρονομικότητα, και υποθέτω πως πρέπει να τις υπολογίζουμε σαν καλά καθιερωμένα άσβηστα φώτα που φωτίζουν την ύπαρξή μας, φώτα που έχουν μια στιλπνότητα συνεχιζόμενη, αν και όχι ακόμα πολύ τέλεια τακτοποιημένη, τελική μέχρι στιγμής με την έννοια του τελικού που κάθε τι μπορεί να έχει για τον άνθρωπο στην διεργασία της ανάπτυξης της διανοητικής γνώσης που αλλάζει με κινηματογραφικό τρόπο συνέχεια.

Μπορεί να λεχθεί ότι αυτές αναπλάθουν σχεδόν όλη την βασική ιδέα της ζωής σύμφωνα με τον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα, τρόπο ιδιόρρυθμο για ένα νου που είναι υποταγμένος, διαμορφωμένος και συμπιεσμένος μέσα στα δυνατά καλούπια από την ακριβολόγα, περίεργη και πολυποίκιλη έρευνα, που παρ’ όλα αυτά, καταντάει στο τέλος σαν μια παρατήρηση από την μοντέρνα επιστήμη, ασυνήθιστα κοντόφθαλμη και σαν μια αιτιολόγηση ασυνήθιστα περιορισμένη.

Η επιστήμη είναι κατά τον δικό της τρόπο ένας μεγάλος προφήτης και μάγος. Έχει συγχρόνως την μικροσκοπική και την μακροσκοπική εικόνα, την κοντινή ενατένιση και την τηλεσκοπική θέα, μια διαλυτική δύναμη για να επιτυγχάνεται η έρευνα με αναλυτικό τρόπο, και μια δύναμη δημιουργική για να επιτυγχάνεται η αποκάλυψη της συνθετικής πραγματοποίησης. Κυνήγησε μέχρι την φωλιά τους πολλές από τις ενδιάμεσες μυστικές διεργασίες της μεγάλης πλάσης και ακόμα στάθηκε ικανή, με την βοήθεια της εφευρετικής ιδιότητας που μας έχει δοθεί, να φτάσει και να πράξει κάτι καλύτερο. Ο άνθρωπος, αυτός ο νάνος στην απειροσύνη, ο μεταβατικός, που είναι ακόμα καρφωμένος στην συνάφεια μιας φουκαριάρας κρούστας χώμα από την δύναμη της βαρύτητας, έχει βεβαίως σκοράρει με την βοήθειά της μερικούς πόντους σε βάρος της μητέρας του σύμπαντος. Αλλά όλα αυτά έχουν γίνει με κάποια τελειότητα που περιορίζεται από τα ενοχλητικά χαμηλά όρια του φυσικού της πεδίου.

Πρόσωπο με πρόσωπο με τα ψυχικά και πνευματικά μυστικά, όπως για παράδειγμα στον ανοικτό στοιχειώδη κόσμο ακόμα και του νου, η επιστήμη έχει ακόμα το απληροφόρητο αχανές βλέμμα και τα χέρια που ψηλαφούν ενός μωρού. Σ’ αυτή την σφαίρα, την τόσο ακριβή, την φωτισμένη, την εξαναγκασμένη να λειτουργεί στο φυσικό, βλέπει μόνο την μεγάλη, φλεγόμενη, γεμάτη βουητό σύγχυση που όπως μας περιγράφουν με την πιθανόν ανακριβή ζωηρότητα μιας ηχητικά δυνατής πρότασης, είναι η θέα ενός νεογέννητου μωρού που βλέπει τον αισθητό κόσμο στον οποίο το έριξαν τα μυστήρια σκαλοπάτια της γέννησης. Η επιστήμη, αντικρίζοντάς την σύμφωνα με τα στοιχεία που είναι γι’ αυτήν οι υπέροχες τυχαίες συμφωνίες και τα ανεξήγητα θαύματα της συνειδητότητας, αυτοπροστατεύεται απ’ τα λάθη της φαντασίας, πίσω από μια θαμπή ασπίδα ενός απρόσεκτου σκεπτικισμού, -αλλά που σκοντάφτει συμπτωματικά απ’ αυτό το ίδιο το γεγονός σε πολλά από τα λάθη που γίνονται εξ’ αιτίας μιας επαγωγής που δεν ολοκληρώνεται. Προσκολλιέται λοιπόν, με το πιάσιμο εκείνο που κάνει ο μισοπνιγμένος στην σανίδα σωτηρίας του χάρη στην ασφάλεια που νομίζει ότι του παρέχει, σε μερικές καλοδιαλεγμένες αντιστοιχίες μεταξύ μιας νοητικής δράσης και αυτών των λειτουργιών που την συνοδεύουν, λειτουργιών που οφείλονται είτε σε οργανικό είτε σε άλλο λόγο, -αν και κατά πως χρησιμοποιείται η λέξη «αντιστοιχίες» δεν επεξηγεί τίποτα. Είναι αποφασισμένη, όποτε μπορεί, να επεξηγεί κάθε υπερφυσικό φαινόμενο με κάποιο φυσικό γεγονός. Έτσι η ψυχολογική διεργασία του νου δεν πρέπει να υφίσταται παρά μόνο σαν αποτέλεσμα, εκτός και αν μπορεί να αποδοθεί στην φυσιολογική διεργασία του σώματος. Αυτό τοποθετεί, τουλάχιστον προς το παρόν, σε ένα στενό κύκλο την πρόθεση, που είναι φαινομενικά λογική και προσεκτική για την εξακριβωμένη και σταθερά ψηλαφητή αλήθεια, την πρόθεση που όμως είναι στην πραγματικότητα ηρωική στην παραδοξολογική της παρατολμία, αποκλείοντας έτσι την ευκαιρία που της δίνεται για ταχύρυθμες ανακαλύψεις. Μολύνει ακόμα με μια έννοια ανεπάρκειας τις προεκτάσεις της φυσικής αλήθειας προς το ψυχολογικό πεδίο. Κι αυτή η ανεπάρκεια για εκτεταμένη εφαρμογή είναι πολύ φανερή στις θεωρίες της για την κληρονομικότητα και την εξέλιξη, όταν τις εξαναγκάζει να προχωρήσουν πέρα από το σίγουρο έδαφος της φυσικής αλήθειας και κοπιάζει για να φωτίσει απ’ αυτές τα λεπτά, σύνθετα και άπιαστα φαινόμενα του ψυχολογικού μας όντος.

Υπάρχουν ακόμα άτομα, εδώ και εκεί τολμώ να πω, που διατηρούν ένα μυστικό ή μια ανοικτή απιστία στην θεωρία της φυσικής εξέλιξης και πιστεύουν ότι θα έρθει μια μέρα που θα περάσει στη φυλακή των νεκρών γενικεύσεων όπως η Πτολεμαϊκή θεωρία στην αστρονομία ή όπως η θεωρία των χυμών στην φαρμακολογία. Αλλά αυτό είναι ένας σπάνιος και υπερβολικός σκεπτικισμός. Ακόμα μπορεί να μην είναι άχρηστο ή ακατάλληλο για το σκοπό μας το να σημειώσουμε ότι, αντίθετα από τις διαδεδομένες δημοφιλής γνώμες, η επιστημονική αντίληψη αυτής της γενίκευσης, όπως και ένας σοβαρός αριθμός από άλλες, δεν έχει ακόμα αποδειχθεί ολοκληρωτικά, αν και τώρα θεωρείται σαν γεγονός. Αλλά υπάρχει συνολικά μια μάζα γεγονότων και ενδείξεων που συνηγορούν υπέρ αυτής, τόσο αξιοσημείωτων ώστε να φαίνεται ότι την καλύπτουν. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ακόμα αφ’ ενός μεν το συμπέρασμα ότι το όλο θέμα συνέβη κατ’ αυτόν τον τρόπο ή κατά παρόμοιο τρόπο και αφ’ ετέρου ότι μας είναι δύσκολο να συλλάβουμε κάποια περισσότερο πειστική ερμηνεία για την κλίμακα των γενών και των ειδών που να ταιριάζει καλύτερα με την τυχαία διερεύνηση της ζωντανής ύπαρξης.

Ένα πράγμα τουλάχιστον φαίνεται τώρα διανοητικά βέβαιο, ότι δεν μπορούμε να πιστεύουμε πια ότι αυτοί οι ήλιοι και τα συστήματα εκσφενδονίστηκαν σε πλήρη σχήμα και αιώνια τοποθετήθηκαν στο χωρίς σύνορα διάστημα και ότι όλα αυτά τα απειράριθμα είδη όντων φύτρωσαν πάνω στη γη έτοιμα φτιαγμένα και ωραία ραμμένα μέσα σε επτά ημέρες ή οποιονδήποτε αριθμό ημερών σε μια έκρηξη καπρίτσιου ή διονυσιακής έξαρσης ή στριμωγμένης δραστηριότητας μιας μηχανιστικής σύλληψης εξουσιοδοτημένης από κάποιον αιώνιο Δημιουργό. Η επιτυχημένη ανάπτυξη η οποία σαν σύνολο είχε προταθεί από τους αρχαίους Ινδουιστές στοχαστές (τα κατώτερα όντα ύπαρξης πρώτα, ο άνθρωπος μετά σαν την κορωνίδα της πνευματικής ανάπτυξης της ζωής στην γη) επιβεβαιώθηκε από την υπομονετική και λεπτομερή εξέταση της φυσικής επιστήμης -μια αιώνια ανάπτυξη αν και η παραπέρα Ινδουιστική αντίληψη για μια συνεχιζόμενη επανάληψη της ίδιας σε κύκλους είναι κατά υποχρεωτικό τρόπο αδύνατο να αποδειχθεί με φυσικούς τρόπους.

Φαίνεται τώρα εξ ίσου βέβαιο ότι όχι μόνο ο σπόρος όλης της ζωής ήταν ένα, -ξανά η μεγάλη ενόραση των Ουπανισάδ προφήτευσε τα συμπεράσματα της φυσικής έρευνας, ένας σπόρος τον οποίο η παγκόσμια αυτο-ύπαρξη με διεργασία δύναμης έχει εκθέσει κατά πολλούς τρόπους, ekam bijam bahudha sakti-yogat, (ένας σπόρος ξεδιπλωμένος από την γιόγκα της ισχύος)-, αλλά ότι ακόμα και η ιδιότητα της ανάπτυξης είναι μία, όπως επίσης ένα είναι και το κατασκευαστικό βασικό πλάνο καθώς αναπτύσσεται βήμα με βήμα κατά τις λειτουργίες της δημιουργικής δύναμης ή της δημιουργικής ιδέας, παρ’ όλες τις πιθανές του παρεκκλίσεις προς την μία ή την άλλη πλευρά. Η φύση φαίνεται ν’ αρχίζει με μια εξαιρετικά μεγάλη φτώχεια σε αυθεντικές συλλήψεις, εκτεταμένες και ποικίλες και να συνεχίζει με μια εξαιρετικά μεγάλη αφθονία από σχολιασμένες με στόμφο ποικιλίες που ισοδυναμούν αφ’ ενός μεν με την πλαστογράφηση των σταθερών λεπτών διαφοροποιήσεων των ειδών, αφ’ ετέρου, δε στην περίπτωση του ατόμου, με την καταπληκτική αξίωση πάνω στο αποτέλεσμα της μοναδικότητας. Φαίνεται σχεδόν σαν να προοριζόταν ώστε κατά την διεργασία των φυσικών της αρμονιών να υπάρχει κάποιο τυπικό αποτέλεσμα ή κάποια συμβολική αναπαραγωγή της αλήθειας στο ότι όλα τα πράγματα ήταν αρχικά ένα πλάσμα, άλλα ένα που επέμενε στην δικιά του ατελείωτη διαφοροποίηση. Ακόμα στο να υπάρχει μια υπόδειξη, ότι υπάρχει σ’ αυτήν την ατελείωτη ενότητα ένας αιώνιος πλουραλισμός, το Απόλυτο Ον, που αυτο-επαναλαμβάνεται σε μια απεριόριστη πολλαπλότητα όντων, κάθε ένα μοναδικό και παρ’ όλα αυτά κάθε ένα το Ένα. Για μια νοημοσύνη που αναζητά τις μεταφυσικές υποδείξεις που μπορούμε να σύρουμε από τα φαινομενικά γεγονότα του όντος, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να είναι στο σύνολο του μια φαντασίωση.

Όπως και να έχει το πράγμα, έχουμε τώρα αυτή την ολοφάνερη τάξη στις πλουσιοπάροχες συνθέσεις της φυσικής αρμονίας των ζωντανών πραγμάτων -έναν πλασματικό σπόρο, ένα αρχικό σχέδιο που αναπτύσσεται, έναν πλούσιο αριθμό σε ποικιλίες, των οποίων η λογική διεργασία θα ήταν μιας τάξης που αυξάνεται και που περνά μέσα από εξευγενισμένες αλλά παρ’ όλα αυτά ξεχωριστές διαβαθμίσεις, από το ακατέργαστο στο σύνθετο, από το λιγότερο οργανωμένο στο περισσότερο, από τον κατώτερο τύπο στον ανώτερο.

Η πρώτη ερώτηση που θίγει αμέσως το μυαλό, όταν αυτό το δέντρο της ζωής γίνει ορατό, είναι εάν αυτή η λογική σειρά ήταν στην πραγματικότητα η πραγματική σειρά στην ιστορία του σύμπαντος, και μετά, μια δεύτερη, που φυσιολογικά προκύπτει απ’ το πρώτο πρόβλημα, κατά πόσο σ’ αυτή τη περίπτωση, κάθε νέα μορφή αναπτύχθηκε με διαφοροποίηση από τους φυσικούς προκατόχους ή προήλθε από κάποια άγνωστη διεργασία σαν μια νέα, ανεξάρτητη και κατά κάποιο τρόπο ξαφνική δημιουργία. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε την επιστημονική σειρά της φυσικής εξέλιξης, στην άλλη κανείς δεν μπορεί να ξέρει σίγουρα κάτι, ίσως μόνο κάποιος άγνωστος δημιουργός που ανέπτυξε το όλο ζήτημα κατά τις πρώτες περιόδους της γήινης εξέλιξης και που τώρα έχει ολοκληρώσει ή σχεδόν ολοκληρωτικά σταματήσει την επιχείρηση ώστε να μην έχουμε πιο νέα φυσική ανάπτυξη αυτού του είδους, αλλά πιθανόν μονάχα μια εξέλιξη χωρητικότητας σε τύπους που ήδη έχουν δημιουργηθεί.

Η επιστήμη παραμένει σε μια αρκετά φυσιολογική και μηχανιστική αδιάσπαστη φυσική εξέλιξη με πολλές γραμμές παραγωγής που αναπτύσσεται πραγματικά σε απόκλιση αλλά που στην γραμμή αυτή δεν υπάρχει καμιά διακοπή και κανένα μικρό διάκενο. Είναι αληθινό ότι δεν υπάρχει μόνο ένας, άλλα πλήθος από αγνοούμενους κρίκους, τους οποίους ακόμα και τα πιο πλούσια υπολείμματα απ’ το παρελθόν δεν μπορούν να γεμίσουν, και δεν είμαστε σε θέση να αρνηθούμε με έναν απόλυτο δογματισμό την πιθανότητα μιας εξέλιξης per saltum, εξ αιτίας μιας υπερπήδησης, ίσως ακόμα και από μια συνωστισμένη ψυχική ή βιοψυχική προετοιμασία της οποίας το αποτέλεσμα ξεπήδησε με την εμφάνιση ενός νέου τύπου με κάποιο συγκεκριμένο χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό και στις προγενέστερες μορφές ζωής.

Σε σχέση με τον άνθρωπο υπάρχει ακόμα μια μεγάλη αβεβαιότητα για το πως ήρθε στην ύπαρξη, αυτός ο τόσο όμοιος και παρ’ όλα αυτά τόσο διαφορετικός από τους άλλους γιούς της φύσης. Μπορεί όμως ακόμα περισσότερο να μειωθεί η σημασία των χασμάτων. Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός από γεγονότα που οδηγούν υπέρ μιας λιγότερο αναρχικής φυσικής άποψης, που φαίνεται ότι έχει με το μέρος της την επιβεβαίωση από μια μεγαλύτερη πιθανότητα για ένα υλικό σύμπαν όπου ο πιο τέλειος φυσικός κανόνας της πορείας φαίνεται να είναι και ο σωστότερος βασικός νόμος.

Αλλά ακόμα και αν παραδεχθούμε την πιο ακριβολόγα και αυστηρή συνέχεια ενός διαδοχικού ντετερμινισμού, προκύπτει η ερώτηση εάν η διεργασία της εξέλιξης ήταν στην πραγματικότητα τόσο αποκλειστικά φυσική και βιολογική όπως με μια πρώτη ματιά φαίνεται. Εάν είναι, πρέπει να παραδεχθούμε όχι μόνο έναν αυστηρό κανόνα ταξικής κληρονομικότητας, αλλά ακόμα και ένα νόμο μιας κληρονομικά προοδευτικής ποικιλίας και μια καθαρά φυσική αιτία για όλα τα νοητικά και πνευματικά φαινόμενα. Η κληρονομικότητα από μόνη της σημαίνει απλά την μετάδοση που συνεχίζεται της φυσικής φόρμας και των βιολογικών χαρακτηριστικών από μια προηγούμενη ζωή στην επόμενή της. Και υπάρχει κατά πολύ φανερό τρόπο μια τέτοια γενική δύναμη κληρονομικής μετάδοσης μέσα στα γένη ή στα ίδια τα είδη, όπως το δέντρο έτσι και ο σπόρος, όπως ο σπόρος έτσι και το δέντρο, έτσι και το λιοντάρι γεννά λιοντάρι και όχι γάτα ή ένα ρινόκερο, ένας άνθρωπος ένα ανθρώπινο πλάσμα και όχι έναν ουρακοτάγκο, -αν και στις ημέρες μας κάποιος μπορεί να διαβάσει για μια περίεργη και τρομακτική θεωρία που αναποδογυρίζει την παλιά, ότι δηλαδή ορισμένα είδη πιθήκων μπορεί να είναι όχι πρόγονοι αλλά εκφυλισμένοι απόγονοι του ανθρώπου. Αλλά πέρα απ’ αυτά, εάν μια φυσική εξέλιξη είναι το όλο γεγονός, πρέπει να υπάρχει μια ικανότητα για την κληρονομική μετάδοση των ποικιλιών με την οποία έχουν ή είχαν δημιουργηθεί τα νέα είδη, -όχι μόνο στην διεργασία μιας μίξης ή διασταύρωσης, αλλά και με μια εσωτερική ανάπτυξη που είναι αποθηκευμένη και κληροδοτημένη στον σπόρο. Κι αυτό επίσης μπορεί εύκολα να γίνει παραδεκτό, αν και η πραγματική διεργασία και αιτιολόγησή του δεν είναι ακόμα κατανοητά, μια που η μετάδοση οικογενειακών και ατομικών χαρακτηριστικών είναι ένα πολύ παρατηρημένο φαινόμενο.

Αλλά όμως αυτά που μεταδίδονται δεν είναι μόνο φυσικά και βιολογικά, αλλά και ψυχολογικά, ή τουλάχιστον βιοψυχικοί χαρακτήρες, επαναλήψεις συνηθισμένων νευρολογικών εμπειριών καθώς και νοητικές τάσεις και δυνάμεις. Πρέπει να υποθέσουμε ότι ο φυσικός σπόρος μεταδίδει και αυτά. Καλούμαστε ακόμα να παραδεχθούμε ότι παρ’ όλα αυτά ο ανθρώπινος σπόρος, για παράδειγμα, που δεν περιέχει μια ανεπτυγμένη ανθρώπινη συνειδητότητα, μεταφέρει μαζί του τις δυνάμεις μιας τέτοιας συνειδητότητας ώστε να αναπαράγει τον εαυτό του αυτόματα στην νοητικότητα του απογόνου που σκέπτεται και είναι οργανωμένη. Αυτό ακόμα και αν πρέπει να το παραδεχθούμε, είναι ένα ανεξήγητο παράδοξο εκτός και εάν υποθέσουμε είτε ότι υπάρχει κάτι περισσότερο πίσω του, μια ψυχική δύναμη πίσω από το πέπλο της υλικής διεργασίας, ή αλλοιώς, ότι ο νους είναι μόνο μια διεργασία της ζωής και η ζωή μόνο μια διεργασία της ύλης. Γι αυτό τελικά πρέπει να υποθέσουμε ότι η θεωρία της φυσικής εξέλιξης είναι ικανή του να εξηγήσει με καθαρές υλικές αιτίες και με μια υλική σύνθεση το μυστήριο της εμφάνισης της ζωής στην ύλη καθώς και το μυστήριο της εμφάνισης του νου στην ζωή που έχει ίση σημασία. Είναι εδώ που οι δυσκολίες αρχίζουν να πληθαίνουν και οι οποίες τουλάχιστον μέχρι τώρα, καταδικάζουν την φυσική εξέλιξη σε ανεπάρκεια χωρίς ελπίδα. Η φύση αυτής της ανεπάρκειας, η κυρία δυσκολία της, το σημείο που κολλάει είναι το ότι αφήνει χώρο για αυτό το κάτι παραπίσω, το κάτι που είναι ψυχικό, μια κρυμμένη ψυχική διεργασία, καθώς και για μια πιο σύνθετη και λιγότερο υλιστική θεώρηση της αλήθειας της εξέλιξης.

Η υλιστική αξίωση -που δεν είναι παρά μια υποθετική προϋπόθεση γιατί ποτέ της δεν έχει αποδειχθεί- είναι ότι η ανάπτυξη μη ζωντανής ύλης κάτω από ορισμένες άγνωστες συνθήκες καταλήγει στο φαινόμενο της ασυνείδητης ζωής που είναι στην πραγματική της φύση μόνο μια δράση και αντίδραση υλικής ενέργειας. Ακόμα, ότι η ανάπτυξή της ξανά κάτω από ορισμένες άγνωστες συνθήκες καταλήγει στο φαινόμενο του συνειδητού νου που είναι επίσης στην πραγματική του φύση μόνο μια δράση και αντίδραση υλικής ενέργειας. Το όλο πράγμα δεν έχει αποδειχθεί, αλλά αυτό όπως συμφωνήθηκε δεν πειράζει. Σημαίνει μόνο ότι δεν ξέρουμε ακόμα αρκετά. Αλλά μια μέρα θα ξέρουμε -η απαραίτητη φυσιολογική αντίδραση που εμείς ονομάζουμε έμπνευση ή λογική σειρά που θα στεφθεί από την ανακάλυψη, κατά πως φαντάζομαι, και που θα γίνει σε ένα κατάλληλα συναρμολογημένο νευρικό σώμα και σε έναν πιο πλούσια περιτυλιγμένο εγκέφαλο κάποιου Γαλιλαίου της βιολογίας- και τότε, αυτή η μεγάλη και απλή αλήθεια θα αποδειχθεί όπως και τόσες άλλες που κάποτε κοροϊδευόντουσαν από τον ρηχό κοινό νου της ανθρωπότητας.

Αλλά η δυσκολία βρίσκεται στο ότι φαίνεται αδύνατο να αποδειχθεί. Ακόμα και σε σχέση με την ζωή (που είναι κατά πολύ η πιο μικρή δυσκολία), η ανακάλυψη ορισμένων χημικών ή άλλων φυσικών και μηχανικών συνθηκών κάτω από τις οποίες η ζωή μπορεί να διεγερθεί ώστε να εμφανισθεί, δεν θα αποδείξει τίποτα παραπάνω εκτός από το ότι αυτές είναι οι επιθυμητές ή οι απαραίτητες συνθήκες για να φανερωθεί η ζωή στο σώμα, -τέτοιες συνθήκες πρέπει να υπάρχουν στην ίδια την φύση των πραγμάτων-, αλλά όχι το ότι η ζωή δεν είναι μια άλλη νέα και πιο υψηλή δικαιοδοσία της δύναμης του συμπαντικού όντος. Η σύνδεση των αντιδράσεων της ζωής με τις φυσικές συνθήκες και τους ερεθισμούς αποδεικνύει πολύ καθαρά ότι η ζωή και η ύλη είναι συνδεδεμένες και ότι τα δύο αυτά είδη ενέργειας δρουν το ένα στο άλλο, όπως πρέπει και να γίνεται για να συνυπάρχουν, -και αυτό είναι μια παλιά γνώση. Αλλά η άποψη αυτή δεν ξεφεύγει από το γεγονός ότι η φυσική αντίδραση συνοδεύεται από ένα στοιχείο που φαίνεται να είναι της φύσεως μιας νευρικής έξαρσης και μιας αρχικής ή κρυμμένης συνειδητότητας που όμως δεν είναι το ίδιο πράγμα με την φυσική αντίδραση που την συνοδεύει.

Όταν ερχόμαστε στο νου βλέπουμε -πώς θα γινόταν κι αλλοιώς σε έναν ενσώματο νου;- μια αντίδραση, μια αντεπίδραση, μια σύνδεση, μια αντιστοιχία εάν θέλετε. Αλλά καμιά αντιστοιχία δεν μπορεί να δείξει πως μια φυσική αντίδραση μπορεί να μετατραπεί ή να ανέλθει ή από μόνη της να θεμελιώσει στο αποτέλεσμα μια συνειδητή λειτουργία, ή μια αντίληψη, ή ένα συναίσθημα, ή μια σύλληψη σκέψης, ή το να αποδείξει ότι η αγάπη είναι ένα χημικό προϊόν ή το ότι η θεωρία του Πλάτωνα για τις ιδέες ή η Ηλιάδα του Ομήρου ή η κοσμική συνειδητότητα ενός γιόγκιν, ήταν μόνο ένας συνδυασμός φυσιολογικών αντιδράσεων ή μια σύνθεση των αλλαγών της γκρι εγκεφαλικής ύλης ή ένα φλεγόμενο θαύμα ηλεκτρικών εκκενώσεων. Δεν είναι μόνο που ο κοινός νους και η φαντασία διστάζουν να υιοθετήσουν αυτές τις θεωρίες, -αυτή η αντίρρηση μπορεί να ξεπεραστεί-, ούτε που η δεκτικότητα, η λογική και η έμπνευση πρέπει να απορριφθούν χάρη μιας δυναμικής και πολύ τραβηγμένης συμπερασματολογίας, αλλά είναι που υπάρχει εδώ ένα χάσμα διαφοράς μεταξύ αυτού που πρέπει να ερμηνευθεί και αυτού με το οποίο πρέπει να ερμηνευθεί που δεν μπορεί να καλυφθεί, όσο πολύ και εάν παραδεχθούμε τις νευρικές συνδέσεις και τις ψυχικοφυσικές γέφυρες. Και εάν ο φυσικός επιστήμονας στρέφεται προς έναν αριθμό ενδεικτικών γεγονότων και ελπίζει ότι μια μέρα θα θριαμβεύσει πάνω σ’ αυτές τις τρομερές δυσκολίες, από την άλλη μεριά αναπτύσσεται ένας μεγάλος αριθμός από ψυχικά φαινόμενα που είναι πιθανόν να ρίξουν τις θεωρίες του σε απύθμενα βάθη. Το ότι φαίνονται αξεπέραστες αυτές οι πάντοτε φανερές αντιθέσεις έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται σε μεγαλύτερη κλίμακα, αλλά μια και το παρελθόν διατηρεί ακόμα μια αξιοσημείωτη παλινδρόμηση, είναι απαραίτητο να επιμείνουμε σ’ αυτές ώστε να έχουμε το καθαρό δικαίωμα να προχωρήσουμε σε πιο φιλελεύθερες υποθέσεις -που δεν προσπαθούν πριν την ώρα τους να ελαττώσουν το πρόβλημα της ύπαρξής μας σε μια μηχανιστική απλότητα.

Μια από αυτές είναι η αρχαία θέαση ότι δεν πρέπει να μελετούνται μόνο η επίδραση του σώματος και της ζωής πάνω στο νου και την ψυχή, αλλά ότι πρέπει να μελετηθεί και η επίδραση του νου και της ψυχής στο σώμα και στην ζωή. Σ’ αυτήν υπάρχει επίσης η εξελικτική ιδέα που είναι πιστή στο ότι η φυσική και ζωϊκή εξέλιξη όπως και μια κάποια ανάπτυξη του νου, παρουσιάζονται μόνο σαν τυχαίο γεγονός σε μια ψυχική εξέλιξη της οποίας ο χρόνος είναι η πορεία και η γη, ανάμεσα σε πολλούς άλλους κόσμους, το θέατρο. Στην παλαιά ινδική άποψη αυτής της θεωρίας, η εξέλιξη, η κληρονομικότητα και η αναγέννηση είναι τρεις συντροφικές διεργασίες στο συμπαντικό ξεδίπλωμα. Η εξέλιξη είναι η διαδικαστική επιδίωξη, η αναγέννηση η κύρια μέθοδος και η κληρονομικότητα μια από τις φυσικές συνθήκες. Αυτή είναι μια θεωρία που τουλάχιστον μας δίνει τον σκελετό για μια αρμονική ερμηνεία όλων των σύνθετων στοιχείων του προβλήματος. Η επιστημονική ιδέα ξεκινά από το φυσικό ον και κάνει το ψυχικό ον ένα αποτέλεσμα και μια περίσταση του σώματος. Αυτή η άλλη εξελικτική ιδέα ξεκινά από την ψυχή και βλέπει μέσα στη φυσική ύπαρξη μια ενορχήστρωση ώστε να βοηθηθεί το ξύπνημα του πνεύματος προς τον ίδιο τον εαυτό του, του πνεύματος που είναι απορροφημένο στο σύμπαν της Ύλης.

Leave a Reply/Αφήστε μια απάντηση

Show Buttons
Hide Buttons