Η παραμυθία της ζωής

Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη και σιγά μην σας πω παραμύθι. Τα παραμύθια είναι για σοβαρές σκέψεις και εμείς εδώ οι γράφοντες στο διαδίκτυο έχουμε αποδείξει ότι στερούμαστε ακόμα και κοινής λογικής. Η διαφορά είναι ότι αντί για χάπια φοράμε γυαλιά. Πολύχρωμα. Μπλέ και κόκκινα οι περισσότεροι. Μωρέ κουτρούλη μου, που έλεγε και η μπάμπω η Βάβα, άμα δεν θέλεις να βγάλεις τα γιαλιά σου, πως περιμένεις να δεις;

Ο δικός μου πάντως ο λόγος αφορά το Μάτριξ και την σχέση του με την ζωή.

Η πρώτη αλήθεια κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι πως δεν πα να καταπιείτε ένα ολόκληρο φαρμακείο πολύχρωμα χάπια, όταν χτυπήσει το ξυπνητήρι, πάλι στο κρεβάτι σας θα βρεθείτε. Το ίδιο και με τα γυαλιά. Ότι χρώμα και να διαλέξετε πάλι τον κύριο προϊστάμενο θα βλέπετε που όχι μόνο σας κουνά το χέρι απειλητικά αλλά κατά καιρούς σας δείχνει και το μεσαίο του δάχτυλο.

Η μόνη περίπτωση να σας πιάσει κανένα χάπι είναι αν σας το δώσει ο Μορφέας. Ξέρετε εκείνος ο σκούρος κυριούλης με τα περίεργα γυαλάκια και το μακρύ παλτό. Ποιός όμως είναι ο Μορφέας;

Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Μορφέας είναι γνωστός ένας από τους χίλιους γιους του Ύπνου, ή ένας από τους αδελφούς του. Ο Μορφέας ήταν επιφορτισμένος με την «αποστολή» να παίρνει διάφορες ανθρώπινες μορφές με τις οποίες εμφανιζόταν στα όνειρα των ανθρώπων. Στο έργο του τον υποβοηθούσαν υπηρέτες που ονομάζονταν Όνειροι, όπως ο Φοβήτορας και ο Φάντασος. 

Αυτά! 

Επειδή όμως σκοπός μου δεν είναι να αναλύσω ένα πραγματικά υπέροχο κινηματογραφικό έργο, ας μου επιτρέψετε να συνεχίσω με την πεμπτουσία αυτής της κινηματογραφικής ιδέας που είναι πως ο άνθρωπος είναι κάπου κλεισμένος και πως εδώ κάτω είναι κάτι σαν προβολή που στόχο έχει να απελευθερωθεί από το μηχανιστικό του περιβάλλον.

Μια πρώτη προσέγγιση είχα κάνει σε μια παλαιότερη ανάρτησή μου με θέμα “Εγώ Μάτριξ. Εσύ τί;” που υπάρχει αναρτημένη στο ιστότοπό μου. (https://sakelis.com/εγώ-matrix/)

Όμως, υπάρχει τελικά αυτός ο περίεργος διαχωρισμός μεταξύ του εκεί και του εδώ;

Εκφράζοντας την προσωπική μου γνώμη λέω πως υπάρχει. Να σας θυμίσω πως στην ταινία οι άνθρωποι ήταν κλεισμένοι σε κάτι διάφανες μήτρες που ζούσαν επειδή τις τροφοδοτούσαν με κάτι υγρά οι μηχανές. Θα πρόσθετα ότι η εικόνα εκείνη θύμιζε περισσότερο αδένα παρά μήτρα. Όπως και να έχει μπορούμε να πούμε, κάνοντας μια ίσως αυθόρμητη ερμηνεία, πως κάπου μέσα στον εγκέφαλό μας, ίσως σε κάποιον από τους αδένες που φιλοξενεί, τρέχει μια διαδικασία που αποτελεί την απαρχή της ύπαρξής μας. 

Και το μηχανιστικό περιβάλλον, οι μηχανές δηλαδή του Μάτριξ, δεν είναι καλοί μου αναγνώστες τίποτε άλλο από την ίδια την δημιουργία, από τα πάντα που μας περιβάλλουν, συμπεριλαμβανομένου και αυτού του σώματός μας. Και ο σκοπός μας είναι απλά να απελευθερωθούμε από αυτήν την δουλεία.

Και εδώ είναι που ρωτάω συνήθως. Πώς το θέλετε αυτό; Στον φούρνο ή στην σχάρα;

Όσο ζούμε, όσο δηλαδή βρισκόμαστε στην διαδικασία που χαρακτηρίζεται από την στιγμή της σύλληψης έως την στιγμή του θανάτου, τίποτα δεν αλλάζει στον τρόπο της καθημερινότητας. Τραβάμε κουπί και ανάλογα τα χάπια που πέρνουμε ή τα γυαλιά που φοράμε, η ζωή είναι ωραία.

Πριν κάποιες δεκαετίες, όταν ο κινηματογράφος έκανε τα πρώτα του βήματα με τις ταινίες των λεγομένων τριών διαστάσεων, οι θεατές για να βλέπουν σωστά έπρεπε να φοράνε κάτι χάρτινα γυαλιά που ο ένας φακός ήταν μια μπλέ ζελατίνα και ο άλλος μια κόκκινη. Τυχαίο;

Και η αλήθεια είναι πως μας πλακώνουν οι επιστήμονες με τις μπαρούφες τους περί της έννοιας της ζωής για να μην μας αφήσουν να σηκώσουμε κεφάλι. Και μόλις πάμε να το σηκώσουμε, πλακώνουν οι έτεροι Καπαδόκες, αυτοί του λεγόμενου Μεταφυσικού τόξου, και μας στέλνουν αδιάβαστους.

Αν από αυτό που μόλις διαβάσατε καταλάβατε πως όλοι οι επιστήμονες και όλοι οι μεταφυσικοί είναι λάθος, το λάθος το κάνατε εσείς. Και βέβαια υπάρχουν σοβαροί επιστήμονες, και βέβαια υπάρχουν σοβαροί μεταφυσικοί. Θα μου πείτε άντε βρες τους, και θα έχετε δίκιο.

Καλοί μου φίλοι, στην διαδικασία της αναζήτησης της αλήθειας είμαστε μόνοι. Και όχι όλοι μαζί μόνοι. Ο καθένας μόνος του. Για τέτοια μοναξιά μιλάω.

Υπάρχει όμως το μέσο για να πορευτούμε αυτήν την μοναξιά. Το όνομά της είναι η ελεύθερη σκέψη. Πετάμε από πάνω μας τις προκαταλήψεις, τις συνήθειες, τα έτοιμα κλισέ, τις έτοιμες λύσεις και αρχίζουμε να σκεφτόμαστε.

Και ναι, είμαστε εκείνα τα τραγικά σώματα που είναι κλεισμένα στους αδένες της δημιουργίας, μακριά το ένα από το άλλο, που ότι και να κάνουν δεν θα μπορέσουν να βγουν στο τώρα της σχετικής πραγματικότητας, όχι για άλλο λόγο αλλά γιατί αυτή η πραγματικότητα βιώνεται μόνο αν κάθε μέρα παίρνεις το χαπάκι σου. Και το χρώμα δεν έχει σημασία. Αν παίρνεις για παράδειγμα το μπλε θα λες πως οι επιστήμονες έχουν δίκιο. Αν το κόκκινο πως οι μεταφυσικοί έχουν δίκιο. Αν τώρα πάρεις το πράσινο όλο και κάποια διοικητική ομάδα κάτι θα έχει πει σχετικά με αυτό κοκ.

Αν δεν πάρεις κανένα θα ξυπνήσεις; Σας έχω ήδη απαντήσει. Όχι. Αν δεν πάρεις κανένα υπάρχει περίπτωση να ξυπνήσει η συνείδησή σου και να καταλάβεις το πως είναι στημένο το παιχνίδι. Γιατί το παιχνίδι είναι στημένο. 

Μόνο φίλε μου Μιχάλη, (το όνομα έως και τυχαίο), αυτοί που έχουν στήσει το παιχνίδι δεν είναι οι κακοί της δημιουργίας. Δεν είναι οι δαίμονες ή οι άγγελοι, δεν είναι ο Θεός ή ο Διάβολος, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Όχι οι εδώ μείς, αυτούς ποιός αδειάζει ν’ ασχοληθεί μαζί τους, αλλά οι εκεί εμείς και μάλιστα για να ακριβολογούμε, οι εκεί εμείς πριν αποδεχθούμε να μπούμε στην τεχνητή μήτρα της δημιουργίας [που θα επιμείνω πως δεν είναι τίποτα άλλο από κάποιον εγκεφαλικό αδένα].

Θα κλείσω μ’ ένα μικρό απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα που έχω γράψει.

…………

Δεν πρόλαβε να τελειώσει κι αυτήν την φορά βρέθηκε σ’ έναν κήπο. Ήταν ένας τεράστιος κήπος με πάρα πολλά λουλούδια και δέντρα. Υπήρχαν διάφορα ζώα που έβοσκαν αμέριμνα. Άρχισε να περπατάει μέχρι που κάτω στο βάθος φάνηκε ένας ψηλός φράχτης. Πήρε τον φράχτη βήμα-βήμα ψάχνοντας για την είσοδο. Κάποια στιγμή φάνηκε μια καμπυλωτή πύλη. Την πύλη όμως φρουρούσε μια περίεργη φιγούρα που όσο ο Ρικ πλησίαζε, τόσο και περισσότερο έμοιαζε με άγγελο. Κάποια στιγμή τον έφτασε και του ζήτησε να βγει. Ο άγγελος του έκανε νόημα πως δεν επιτρεπόταν.

«Πού βρίσκομαι;»

«Στον παράδεισο», του είπε ο άγγελος.

«Και γιατί δεν κάνει να βγω; Πώς μπήκα;»

«Η είσοδος είναι ελεύθερη. Αυτό που απαγορεύεται είναι η έξοδος. Άπαξ και μπήκες πρέπει να τηρήσεις τους όρους της συμφωνίας».

«Αυτό είναι ανήκουστο. Όλοι να μπουν θέλουν, όχι να βγουν», του είπε ο Ρικ.

«Τόσα ξέρουν, τόσα ζητάνε», του απάντησε ο άγγελος.

Εκείνη την στιγμή έξω από τον κήπο εμφανίστηκε μια γυναίκα που φορούσε σάρι. Του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Ο άγγελος τότε του έκανε νόημα πως μπορεί να βγει. Ο Ρικ ακολούθησε την γυναίκα. Μετά από καμιά εκατοστή μέτρα την ρώτησε, «Γιατί απαγορεύεται να βγει κανείς από τον παράδεισο;»

«Το βλέπεις λάθος. Δεν πρόκειται για είσοδο ή έξοδο αλλά για ανέβασμα και κατέβασμα», του απάντησε.

«Εμείς τώρα δηλαδή κατεβήκαμε;»

«Όχι, ανεβήκαμε. Το επίπεδο του παράδεισου είναι πιο κάτω απ’ το επίπεδο της ελευθερίας. Αυτός είναι κι ο λόγος που επιτρέπεται να κατέβεις αλλά όχι και ν’ ανέβεις. Κλείσε τα μάτια σου». (Οι συνωμότες του Χάους).

………………

Καλή συνέχεια σ’ ότι κι αν κάνετε, ακόμα κι αν κοιμάστε.

Leave a Comment

ΕΛΑΤΕ ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΑ ΜΑΣ

Εγγραφείτε στο Ενημερωτικό Δελτίο