ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ -Sri Aurobindo

01. ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

[Μετάφραση του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου του Sri Aurobindo, ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ]

Η θεωρία της αναγέννησης είναι σχεδόν τόσο παλιά όσο και η ίδια η σκέψη. Η καταγωγή της όμως είναι άγνωστη. Μπορούμε σύμφωνα με τις πεποιθήσεις μας να την δεχθούμε είτε σαν μια έξυπνη θεωρία είτε σαν προϊόν μιας αρχαίας ψυχολογικής εμπειρίας που πάντοτε ανανεώνεται και επιβεβαιώνεται και που γι’ αυτό είτε αληθινή είτε λανθασμένη αποτελεί ένα φιλοσοφικό δόγμα. Αλλά και στην μια και στην άλλη περίπτωση, είναι πιθανόν αυτή η δοξασία να διαρκέσει τόσο, όσο τα ανθρώπινα πλάσματα συνεχίζουν να σκέπτονται. Κι αυτό θα γίνεται ακόμα και αν συνεχίσει να παρουσιάζεται όπως παρουσιαζόταν μέχρι τώρα. Όσο για τις εμφανίσεις της, αυτές ξεκινάνε από τόσο παλιά, όσο και η ανθρώπινη σκέψη.

Σε παλιότερες εποχές, η δοξασία αυτή συνήθως πέρναγε στην Ευρώπη κάτω από το αλλόκοτο όνομα της μετανάστευσης που κουβαλούσε μαζί της στον Ευρωπαϊκό νου την χιουμοριστική εικόνα της ψυχής του Πυθαγόρα που σαν ένα τυχαίο περαστικό πουλί μετανάστευε από την θεία ανθρώπινη μορφή, στο σώμα ενός γουρουνιού ή ενός γαϊδάρου. Η εκτίμηση αυτής της θεωρίας από την μεριά της φιλοσοφίας, εκφράστηκε με την θαυμάσια αλλά δυσκολομεταχείριστη ελληνική λέξη μετεμψύχωση, που σημαίνει την εμψύχωση σε κάποιο νέο σώμα της ίδιας ψυχικής ατομικότητας. Η Ελληνική γλώσσα είναι πάντα εύστοχη στα παντρολογήματα μεταξύ σκέψης και λέξης και καλύτερη έκφραση δεν θα μπορούσε να βρεθεί. Τοποθετημένη βίαια όμως η λέξη στην Αγγλική γλώσσα γίνεται μάλλον δύσκολη και σχολαστική, χωρίς καμιά ανάμνηση της λεπτής Ελληνικής αίσθησης και πρέπει να εγκαταλειφθεί. Μετενσάρκωση είναι ο τωρινός δημοφιλής όρος, αλλά η ιδέα στην λέξη στηρίζεται στην συνολική ή στην εξωτερική εικόνα του γεγονότος και δημιουργεί με την σειρά της πολλές ερωτήσεις. Προσωπικά προτιμώ το Αναγέννηση γιατί σχίζει την έννοια του πλατύ, αχρωμάτιστου αλλά ικανοποιητικού Σανσκριτικού όρου punarjanma, ξαναγέννηση, και μας στέλνει όχι σε κάτι άλλο, αλλά στην ουσιαστική ιδέα που είναι η ουσία και η ψυχή της δοξασίας.

Η αναγέννηση δεν είναι για τον μοντέρνο άνθρωπο τίποτα παραπάνω από μια εικόνα και μια θεωρία. Δεν έχει ποτέ αποδειχθεί από τις μεθόδους της σύγχρονης επιστήμης και δεν ικανοποιεί τον νέο κριτικό νου που σχηματίσθηκε από την επιστημονική κουλτούρα. Δεν έχει και απορριφθεί όμως γιατί η μοντέρνα επιστήμη δεν γνωρίζει τίποτα για την προηγούμενη ή για την επόμενη ζωή της ανθρώπινης ψυχής. Ακόμα δεν γνωρίζει τίποτα για την ίδια την ψυχή και ούτε που μπορεί να γνωρίσει. Η δικαιοδοσία της σταματά στη σάρκα, στο μυαλό και στα νεύρα, στο έμβρυο δηλαδή, στην κατασκευή και στην ανάπτυξή του. Ούτε και έχει η μοντέρνα κριτική αντίληψη καμιά συσκευή με την χρήση της οποίας θα μπορούσε να καθιερωθεί η αλήθεια ή το ψέμα της αναγέννησης. Στην πραγματικότητα η μοντέρνα κριτική, με όλους της τους ισχυρισμούς για έρευνα, ανάκριση και την ακριβολόγα της βεβαιότητα δεν είναι πολύ ικανοποιητικός ερευνητής της αλήθειας. Έξω από την σφαίρα του άμεσα φυσικού είναι σχεδόν αβοήθητη. Είναι καλή στην ανακάλυψη στοιχείων, αλλά εκτός από εκεί που τα ίδια τα στοιχεία φέρνουν στην επιφάνεια τα δικά τους συμπεράσματα, δεν έχει άλλα μέσα για να είναι με σιγουριά βέβαιη για τις γενικεύσεις που με τόση εμπιστοσύνη ανακοινώνει στη μια γενιά και απορρίπτει στην επόμενη. Δεν έχει καθόλου τα μέσα για να βεβαιώσει ή να αρνηθεί έναν αμφίβολο ιστορικό ισχυρισμό. Μετά από έναν αιώνα αμφισβητήσεων δεν είναι ακόμα δυνατόν να μας πει εάν πραγματικά ο Ιησούς Χριστός υπήρξε ποτέ. Πώς τότε θα ασχοληθεί με ένα τέτοιο θέμα σαν αυτό της αναγέννησης που είναι γεμάτο ψυχολογία, που μάλλον πρέπει να τεκμηριωθεί από ψυχολογικές παρά από φυσιολογικές αποδείξεις; Οι αντιρρήσεις που προβάλλονται τόσο από τους υποστηρικτές όσο και από τους κατακριτές είναι συχνά αδύναμες ή ανώφελες. Ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση δεν μπορούν ούτε να αποδείξουν ούτε να απορρίψουν οτιδήποτε. Μια αντίρρηση για παράδειγμα που συχνά προβάλλεται θριαμβευτικά σαν στοιχείο απόρριψης είναι το ότι δεν έχουμε μνήμη των περασμένων ζωών και επομένως δεν υπάρχουν περασμένες ζωές. Ο οποιοσδήποτε θα χαμογελούσε αν άκουγε μια τέτοια αιτιολόγηση να χρησιμοποιείται σοβαρά από αυτούς που φαντάζονται πως είναι κάτι παραπάνω από διανοούμενα παιδιά. Η αντίρρηση, αν και στηρίζεται σε ψυχολογικό έδαφος, δεν παίρνει υπ’ όψιν της αυτή την ίδια την φύση του κανονικού ή του φυσιολογικού μας μνημονικού που είναι και το μόνο που ο άνθρωπος μπορεί να μεταχειρίζεται. Πόσα μπορούμε να θυμηθούμε από την πραγματική μας ζωή την οποία αδιαφιλονίκητα ζούμε την τωρινή στιγμή; Η μνήμη μας είναι συνήθως καλή για τα πρόσφατα γεγονότα, γίνεται πιο θαμπή ή συνεργάζεται λιγότερο καθώς το αντικείμενο των αναμνήσεών τους απομακρύνεται στο χρόνο, πιο μακριά εντοπίζει μόνο ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία και τελικά, για την αρχή της ζωής μας πέφτει σε μια τέλεια σκοτεινότητα. Θυμόμαστε άραγε το πιο σπουδαίο γεγονός, την απλή κατάσταση του ότι ήμασταν βρέφη στο στήθος της μητέρας μας; Παρ’ όλα αυτά η κατάστασή μας σαν βρέφη είναι σε όλες τις θεωρίες εκτός του Βουδισμού, μέρος της ίδιας ζωής και ανήκει στο ίδιο άτομο, στο ίδιο που δεν μπορεί να το θυμηθεί όπως δεν μπορεί να θυμηθεί και την προηγούμενή του ζωή. Παρ’ όλα αυτά, απαιτούμε αυτή η φυσική μνήμη, αυτή η μνήμη του κτηνώδους εγκέφαλου του ανθρώπου που δεν μπορεί να θυμηθεί την νηπιακή του ηλικία και που έχει χάσει τόσα πολλά απ’ τα τελευταία μας χρόνια, να μπορέσει να ανακαλέσει αυτό που υπήρχε πριν την νηπιακή ηλικία, πριν την γέννηση και πριν ο ίδιος σχηματισθεί. Και εάν δεν μπορεί, φωνάζουμε “Απορρίπτεται η θεωρία της μετενσάρκωσης”. Η σοφή ανουσιότητα της καθημερινής ανθρώπινης αιτιολόγησης δεν μπορεί να πάει παραπέρα απ’ αυτό το είδος του συλλογισμού. Είναι φανερό, ότι εάν οι προηγούμενες ζωές επρόκειτο να ερχόντουσαν στην μνήμη είτε σαν γεγονός και κατάσταση είτε με τα γεγονότα τους και τις εικόνες τους, αυτό θα γινόταν μόνο από μια φυσική μνήμη που θα μπορούσε να ξυπνήσει και που θα ξεπερνούσε τα όρια των φυσικών εντυπώσεων που κάποτε έχουμε ζήσει, όρια που είναι άλλα από αυτά που είναι αποτυπωμένα στο ον με τα φυσικά διανοήματα. Αμφιβάλλω κατά πόσο θα θεωρούσαμε ότι η θεωρία είναι καλύτερα αποδεδειγμένη από πριν, ακόμα και αν είχαμε απόδειξη για φυσική μνήμη περασμένων ζωών που να προερχόταν από ένα φυσικό ξύπνημα. Το τελευταίο διάστημα ακούμε για πολλές τέτοιες στιγμές που διάφοροι επικαλούνται εμπιστευτικά και οι οποίες δίνουν βαρύτητα στα αποτελέσματα της φυσικής έρευνας, αν και είναι χωρίς το σύστημα της επιβεβαιωμένης απόδειξης της ελεγμένης με υπευθυνότητα. Ο σκεπτικιστής θα μπορεί πάντα να τις θεωρεί σαν καθαρή φαντασία και μυθεύματα, εκτός και εάν τοποθετηθούν πάνω σε μια σταθερή βάση απόδειξης. Αλλά και αν ακόμα τα γεγονότα που προβάλλονται επιβεβαιωθούν, αυτός θεωρεί ότι δεν είναι πραγματικές αναμνήσεις αλλά μάλλον γνωστά γεγονότα στο πρόσωπο το οποίο και τα προβάλλει με κανονικά φυσικά μέσα. Θα πει ακόμα ότι έχουν υποβληθεί σ’ αυτόν από άλλους και έχουν μετατραπεί σε αναμνήσεις μετενσάρκωσης, είτε από συνειδητή απάτη είτε από μια διαδικασία αυταπάτης και αυτοπαραίσθησης. Ίσως τέλος, αν θεωρηθεί η απόδειξη σαν πολύ δυνατή και χωρίς δυνατότητα να εξαιρεθεί ώστε να απορριφθεί από όλους τους γνωστούς μηχανισμούς, απλά να μην γίνει δεκτή σαν απόδειξη για την αναγέννηση. Ο νους μπορεί να βρει εκατό θεωρητικές ερμηνείες για ένα μονάχα γκρουπ γεγονότων. Η μοντέρνα θέαση και έρευνα στην προσπάθεια για να ξεπεράσει αυτή την αμφιβολία, έχει παρουσιάσει όλη τη θεωρία της φυσιολογίας και όλη την επιστημονική γενίκευση.

Ξέρουμε για παράδειγμα ότι στα φαινόμενα της αυτόματης γραφής ή της επικοινωνίας με τους νεκρούς, είναι αμφισβητήσιμο εάν το φαινόμενο προέρχεται απ’ έξω (από νοήσεις δηλαδή νεκρών), εάν η επικοινωνία είναι πραγματική και άμεση προερχόμενη από την αποσυνδεδεμένη προσωπικότητα ή εάν είναι αυτή που ανεβαίνει στην επιφάνεια λόγω μιας τηλεπαθητικής εντύπωσης που έρχεται από το νου του τότε ζωντανού ανθρώπου αλλά που έχει παραμείνει για πολύ βυθισμένη στην δική μας νοητικότητα. Αμφιβολίες τέτοιου είδους μπορεί να έρχονται σε σύγκρουση με τις αποδείξεις της μνήμης από προηγούμενες μετενσαρκώσεις. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι αποδεικνύουν την δύναμη μιας συγκεκριμένης και μυστήριας ικανότητας μέσα μας, μιας συνειδητότητας που έχει κάποια ανεξήγητη γνώση περασμένων γεγονότων, άλλα που αυτά τα γεγονότα μπορεί να ανήκουν σε ξένες ως προς εμάς προσωπικότητες και ότι η απόδοση τους στην δική μας προσωπικότητα σαν από περασμένες ζωές είναι μια φαντασίωση, μια ψευδαίσθηση ή αλλιώς σαν μια περίπτωση οικειοποίησης πραγμάτων και εμπειριών που γίνονται δεκτές άλλα που δεν είναι δικές μας, γεγονός που είναι από τα αδιαφιλονίκητα φαινόμενα νοητικού λάθους. Πολλά θα μπορούσαν να αποδειχθούν από κάποια συγκέντρωση τέτοιων μαρτυριών αλλά που όμως δεν θα σχετίζονται με την Αναγέννηση, τουλάχιστον για τον σκεπτικιστή. Βέβαια αν ήταν σε ικανοποιητικό βαθμό πολλά, ακριβή, έντονα, πολύ εξειδικευμένα, θα δημιουργούσαν ίσως μια ατμόσφαιρα που σαν προϊόν μιας ηθικής βεβαιότητας θα μπορούσε να οδηγήσει στο τέλος στην αποδοχή τους από την ανθρώπινη φυλή. Αλλά απόδειξη είναι ένα διαφορετικό πράγμα. Ύστερα απ’ αυτά καταλαβαίνουμε ότι τα πιο πολλά πράγματα που παραδεχόμαστε σαν αλήθειες δεν είναι στη πραγματικότητα τίποτα παραπάνω από ηθικές βεβαιότητες. Όλοι μας έχουμε την βαθυστόχαστη και ακλόνητη πίστη ότι η γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της, αλλά όπως αυτό έχει αποδειχθεί από έναν Γάλλο μαθηματικό, το γεγονός το ίδιο δεν έχει ποτέ αποδειχθεί. Είναι μόνο μια θεωρία που μετράει πολύ εξ αιτίας ορισμένων παρατηρημένων γεγονότων και τίποτα παραπάνω. Ποιός ξέρει εάν δεν αντικατασταθεί σ’ αυτόν ή στον επόμενο αιώνα από μια καλύτερη – ή χειρότερη άποψη; Όλα τα παρατηρημένα αστρονομικά φαινόμενα ήταν σε μεγάλο βαθμό επεξηγημένα από την θεωρία των σφαιρών και δεν ξέρω και από τι άλλο, πριν έρθει ο Γαλιλαίος με το “και όμως κινείται” ταρακουνώντας το αλάθητο του Πάπα, των Βίβλων και της καθιερωμένης επιστήμης και λογικής. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να είναι σίγουρος ότι αξιόλογες θεωρίες θα μπορούσαν να εφευρεθούν ώστε να επεξηγήσουν τα γεγονότα της βαρύτητας εάν η διάνοια μας δεν ήταν προκατειλημμένη και επηρεασμένη από τις μέχρι τώρα παρουσιάσεις του Νεύτωνα. Αυτή είναι η πάντοτε μπλεγμένη και έμφυτη μάστιγα της λογικής μας. Ξεκινάει χωρίς να ξέρει τίποτα και έχοντας να παλέψει με τις αόριστες πιθανότητες και με τις πιθανές ερμηνείες των οποιωνδήποτε γεγονότων, μέχρις ότου μπορέσει στη πραγματικότητα να καταλάβει ότι αυτό που βρίσκεται πίσω τους είναι ατελείωτο. Τελικά γνωρίζουμε μόνο αυτό που παρατηρούμε, αν και αυτό ακόμα, μόνο έως τον βαθμό που θα στηρίζεται σε κάποια βασανιστική ερώτηση, για παράδειγμα, ότι το πράσινο είναι πράσινο και το λευκό λευκό, αν και ξέρουμε ότι το χρώμα δεν είναι χρώμα άλλα κάτι άλλο που δημιουργεί την εμφάνιση του χρώματος. Πέρα από το ίδιο το γεγονός που παρατηρείται, πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι όταν υπάρχει έστω και μια δικαιολογημένα λογική ικανοποίηση, μια πιθανότητα με δυνατότητα για επικράτηση και μια ηθική βεβαιότητα γι’ αυτό, -το λιγότερο έως ότου αποκτήσουμε την αίσθηση να παρατηρούμε το ότι υπάρχουν ικανότητες μέσα μας υψηλότερες από την αιτία που εξαρτάται από την αίσθηση και από την σταδιακή ανάπτυξη, με τις οποίες θα φτάσουμε σε μεγαλύτερες βεβαιότητες.

Δεν μπορούμε στην πραγματικότητα να χρησιμοποιήσουμε σαν ισχυρισμό, πράγμα που κάνει ο σκεπτικιστής, την οποιαδήποτε πιθανότητα έχει δυνατότητα να επικρατήσει ή την οποιαδήποτε παρόμοιας φύσης βεβαιότητα που βοηθάει την θεωρία της αναγέννησης. Η εξωτερική απόδειξη που είναι διαθέσιμη είναι σε τελευταία ανάλυση ακόμα πιο στοιχειώδης. Ο Πυθαγόρας ήταν ένας από τους μεγαλύτερους σοφούς, αλλά ο ισχυρισμός του ότι πολέμησε στην Τροία κάτω από το όνομα του Αντήνορα και ότι σκοτώθηκε από τον μικρότερο γιό του Ατρέα ήταν μόνο ένας ισχυρισμός και η παραδοχή αυτού του γεγονότος από την μελέτη της τρωικής ασπίδας του δεν πείθει κανέναν που δεν έχει ήδη πεισθεί. Η μοντέρνα απόδειξη δεν είναι κατά κανένα τρόπο πιο πειστική από την απόδειξη του Πυθαγόρα. Λόγω όμως της έλλειψης εξωτερικής απόδειξης, που για τις δικές μας υλοκρατούμενες αισθητικές διάνοιες είναι η μόνη που δεν αμφισβητείται, υπάρχει η απαίτηση αυτών που πιστεύουν στην μετεμψύχωση του να δεχθούμε ότι η θεωρία τους μετράει για όλα τα γεγονότα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, ακόμα και αν είναι πιο εξελιγμένη. Και η απαίτηση είναι δίκαιη, αλλά δεν δημιουργεί κανενός είδους βεβαιότητα. Η θεωρία της Αναγέννησης συνδυασμένη με αυτήν του κάρμα μας δίνει μια απλή, συμμετρική και όμορφη ερμηνεία των πραγμάτων. Αλλά κατά τον ίδιο τρόπο επίσης, η θεωρία των σφαιρών, μας έδωσε κάποτε μια απλή, συμμετρική και όμορφη ερμηνεία των ουράνιων κινήσεων. Ακόμα, έχουμε μια άλλη ερμηνεία, αρκετά πιο περίπλοκη, αρκετά πιο Γοτθική και όχι τόσο ασφαλή στην συμμετρία της, μια ανεξήγητη τάξη που εξελίσσεται έξω από χαοτικές απειροσύνες, την οποία παραδεχόμαστε σαν αλήθεια της ύλης. Και εάν κάτσουμε να σκεφτούμε, ίσως δούμε ότι και αυτό δεν είναι ολόκληρη η αλήθεια. Υπάρχει κάτι ακόμα πιο πίσω που δεν το έχουμε ακόμα ανακαλύψει. Γι αυτό η απλότητα, η συμμετρία, η ομορφιά και η ικανοποίηση που μας δίνει η θεωρία της μετενσάρκωσης δεν είναι εγγύηση της βεβαιότητάς της.

Όταν μπαίνουμε σε λεπτομέρειες, η βεβαιότητα μεγαλώνει. Η θεωρία της αναγέννησης ερμηνεύει για παράδειγμα το φαινόμενο της μεγαλοφυίας, τις ιδιότητες που υπάρχουν από την γέννηση και τόσα πολλά άλλα ψυχολογικά μυστήρια. Αλλά τότε έρχεται η επιστήμη στο προσκήνιο με την ολοκληρωτικά ικανοποιητική ερμηνεία της κληρονομικότητας – αν και όπως και στην περίπτωση της αναγέννησης ολοκληρωτικά ικανοποιητική μόνο σ’ αυτούς που ήδη την πιστεύουν. Χωρίς αμφιβολία, οι ισχυρισμοί της κληρονομικότητας έχουν παράλογα μεγαλοποιηθεί. Έχει επιτυχημένα ερμηνεύσει -όχι στο σύνολο- την φυσική μας κατασκευή, το ταπεραμέντο μας, τις ζωικές μας ιδιομορφίες. Οι προσπάθειές της όμως να ερμηνεύσει την μεγαλοφυία, τις ιδιότητες που υπάρχουν από την γέννηση και άλλα ψυχολογικά φαινόμενα ενός πιο υψηλού επιπέδου είναι μια επιτηδευμένη αποτυχία. Αλλά αυτό γίνεται γιατί η επιστήμη δεν ξέρει απολύτως τίποτα από αυτά που είναι βασικά για την ψυχολογία μας. Τίποτα περισσότερο απ’ όσα ήξερε ο πρωτόγονος αστρονόμος για την σύσταση και τους νόμους των άστρων των οποίων τις κινήσεις παρ’ όλα αυτά παρατηρούσε με ικανοποιητική ακρίβεια. Δεν νομίζω ότι ακόμα και αν η επιστήμη αποκτήσει περισσότερες και καλύτερες πληροφορίες θα είναι ικανή να επεξηγήσει αυτά τα φαινόμενα με την κληρονομικότητα. Ο επιστήμονας βέβαια μπορεί να διαφωνήσει λέγοντας ότι βρίσκεται στην αρχή της έρευνάς του, ότι η γενίκευση που ερμήνευσε τόσο πολλά μπορεί πολύ καλά να τα ερμηνεύσει και όλα, και ότι σ’ οιανδήποτε αναλογία, η υπόθεση του έχει ένα καλύτερο ξεκίνημα στο να μας δώσει γεγονότα που αποδεικνύονται από ότι η θεωρία της μετενσάρκωσης.

Παρ’ όλα αυτά, το επιχείρημα εκείνου που πιστεύει στην μετενσάρκωση απέχει από το να είναι ένα καλό επιχείρημα και να αξίζει τον σεβασμό, αν και αυτό δεν είναι απόλυτο. Αλλά υπάρχει κάτι άλλο, πιο κραυγαλέα εξελιγμένο που μου φαίνεται ότι βρίσκεται σε ισοτιμία με την εχθρική λογική της έλλειψης μνήμης, τουλάχιστον στη μορφή στην οποία όντας συνήθως εξελιγμένο, προσελκύει ανώριμες νοημοσύνες. Και αυτό είναι η ηθική συμφωνία με την οποία επιδιώχθηκε το να δικαιωθούν οι δρόμοι του θεού με τον κόσμο ή οι δρόμοι του κόσμου με τον εαυτό του. Πρέπει, όπως θεωρήθηκε, να υπάρχει μια ηθική διακυβέρνηση στον κόσμο ή τουλάχιστον κάποια καθιέρωση αμοιβής για την αρετή, κάποια καθιέρωση τιμωρίας για την αμαρτία. Αλλά πάνω στην μπλεγμένη και χαοτική μας γη τέτοια καθιέρωση δεν φαίνεται. Βλέπουμε τον καλό άνθρωπο να συμπιέζεται κάτω από την πίεση της μιζέριας και την διαφθορά να ακμάζει σαν ένα πράσινο λαγκαδόδεντρο και να μην κόβεται με μίζερο τρόπο στο τέλος του. Αυτό είναι ανυπόφορο. Είναι μια σκληρή ανωμαλία, είναι ένα σκοτεινό σημείο προς την σοφία του θεού και την δικαιοσύνη, σχεδόν μια απόδειξη ότι “ο θεός δεν υπάρχει”. Και αυτό πρέπει να το επανορθώσουμε. Ή, εάν “ο θεός δεν υπάρχει” πρέπει να βρούμε κάποια άλλη καθιέρωση για δικαιοσύνη. Πόσο παρήγορο θα ήταν αν μπορούσαμε να κατονομάσουμε έναν καλό άνθρωπο και ακόμα και το ποσό της καλοσύνης του -γιατί να μην έπρεπε το Υπέρτατο να είναι ένας καθοριστικός και τιμημένος λογιστής;- από το ποσό του φαγητού που του επιτρέπεται να βάζει στο στομάχι του και του αριθμού των νομισμάτων που μπορεί να καταθέσει στην Τράπεζά του, όπως και από τα διάφορα είδη καλής τύχης που τον συντρέχουν! Ναι, και πόσο παρήγορο επίσης εάν θα μπορούσαμε να καταδείξουμε με το δάκτυλο μας τον διεφθαρμένο, τον απογυμνωμένο από όλα τα μυστικά του και να του φωνάξουμε, “Ω! εσύ διεφθαρμένε, γιατί εάν δεν ήσουν κακός, δεν θα βρισκόσουνα έτσι σε ένα κόσμο που κυβερνιέται από τον θεό ή τουλάχιστον από το καλό. Ενώ τώρα είσαι γυμνός, πεινασμένος, άτυχος, κυνηγημένος από την θλίψη, χωρίς τιμή ανάμεσα στους ανθρώπους. Ναι, αποδείχθηκε ότι είσαι διεφθαρμένος γιατί είσαι απογυμνωμένος. Η δικαιοσύνη του θεού αποδόθηκε”. Η Ύπατη Διάνοια επειδή είναι ευτυχώς πιο σοφή και πιο ευγενική από την παιδικότητα του ανθρώπου καθιστά κάτι τέτοιο αδύνατο. Ας επαναπαυθούμε. Φαίνεται πως αν ο καλός άνθρωπος δεν έχει αρκετά καλή τύχη, φαγητό και χρήματα, είναι γιατί είναι στην πραγματικότητα ένας παλιάνθρωπος που υποφέρει για τα κρίματα του, άλλα ένας παλιάνθρωπος στην περασμένη του ζωή που γύρισε ξαφνικά ένα καινούργιο φύλλο ζωής όταν βρέθηκε στην μήτρα της μητέρας του. Και εάν εκείνος ο διεφθαρμένος άνθρωπος που ακμάζει σήμερα και που τσαλαπατάει περήφανα όλους πάνω στον κόσμο, είναι εξ αιτίας της καλοσύνης του -σε μια περασμένη του ζωή, δηλαδή ήταν ο άγιος που είχε από τότε διαλέξει αυτήν την αναστροφή της καλοσύνης που φτάνει ως την κόψη της αμαρτίας (ήταν άραγε λόγω της εμπειρίας του η προσωρινή εξαφάνιση της αρετής;).

Όλα εξηγούνται, όλα δικαιώνονται. Υποφέρουμε για τις αμαρτίες μας σε ένα αλλιώτικο σώμα. Θα ανταμειφθούμε σε ένα άλλο σώμα για τις αρετές μας σ’ αυτό. Και έτσι θα συνεχίζουμε ad infinitum. Καμιά απορία λοιπόν γιατί ο φιλόσοφος βρίσκει αυτήν την θεωρία σαν μια κακή επιχείρηση και προτείνει σαν θεραπεία το να απαλλαγούμε και από τα δύο, και από την αμαρτία και από την αρετή, και ακόμα προτείνει σαν ύψιστο καλό το να ξεμπλέξουμε κατά οποιονδήποτε τρόπο από έναν κόσμο που κυβερνιέται τόσο απίστευτα.

Είναι φανερό, ότι το παραπάνω σχήμα συμβάντων είναι μια από τις ποικιλίες της παλιάς πνευματο-υλικής δωροδοκίας και απειλής, της δωροδοκίας για ένα παράδεισο από παχυλές ευχαριστήσεις για τον καλό και της απειλής μιας κόλασης αιώνιας φωτιάς ή κτηνωδών βασανιστηρίων για τον διεφθαρμένο. Η ιδέα ενός κοσμικού Νόμου σαν αρχική διανομή αμοιβών και τιμωριών είναι συγγενική προς την ιδέα του Ύπατου Όντος σαν κριτικού, “πατέρα” και σχολικού επιστάτη που συνεχώς αμείβει με γλυφιτζούρια τα καλά παιδιά και συνεχώς ραβδίζει τα άτακτα παιδιά. Είναι συγγενική επίσης προς το βάρβαρο και χωρίς σκέψη σύστημα που προβλέπει μερικές φορές την άγρια και πάντοτε εξευτελιστική τιμωρία για κοινωνικές οφειλές πάνω στο οποίο η ανθρώπινη κοινωνία είναι ακόμα θεμελιωμένη, μια κοινωνία που είναι ακόμα ανίκανη να βρει ή να οργανώσει έναν πιο ικανοποιητικό τρόπο διοίκησης. Ο άνθρωπος επιμένει συνεχώς στο να φτιάχνει τον θεό κατά την δική του εικόνα αντί να προσπαθήσει να κάνει τον εαυτό του όλο και πιο πολύ κατά την εικόνα του θεού, και όλες αυτές οι ιδέες δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αντανάκλαση του παιδιού, του άγριου και του ζώου μέσα μας, την οποία έχουμε ακόμη αποτύχει να μετασχηματίσουμε ή να ξεπεράσουμε. Κανονικά θα έπρεπε να αναρωτιόμαστε για το πως αυτές οι παιδικές φαντασιώσεις βρήκαν τον δρόμο τους προς τέτοιες βαθυστόχαστες φιλοσοφικές θρησκείες όπως ο Βουδισμός και ο Ινδουισμός, εάν δεν ήταν τόσο φανερό ότι οι άνθρωποι δεν αρνιούνται στον εαυτό τους την πολυτέλεια του να αλλάζουν τακτική από τα σκουπίδια που φέρνουν από το παρελθόν τους στις βαθύτερες σκέψεις των σοφών τους.

Χωρίς αμφιβολία, εφόσον αυτές οι ιδέες είχαν τόση ισχύ και κράτησαν τόσο πολύ, πρέπει να είχαν και την χρησιμότητά τους στην εκπαίδευση της ανθρωπότητας. Ίσως ακόμα να είναι αληθινό ότι ο Ύψιστος συνδιαλέγεται με την παιδική ψυχή ανάλογα με την παιδικότητά της και της επιτρέπει να συνεχίζει τις αισθησιακές της φαντασιώσεις για τον παράδεισο και την κόλαση και πέρα από τον θάνατο το φυσικού σώματος. Ίσως και οι δύο αυτές ιδέες για την μετά-ζωή και την αναγέννηση σαν πεδία τιμωρίας και αμοιβής να χρειαζόντουσαν γιατί ταίριαζαν με την μισοπνευματική μας ζωότητα, άλλα μετά κάποια συγκεκριμένη βαθμίδα, το σύστημα να έπαψε να είναι αληθινά αποδοτικό. Ο άνθρωπος πιστεύει στον παράδεισο και στην κόλαση αλλά συνεχίζει να αμαρτάνει κατά αστείο τρόπο, παραιτείται τελικά χάρη σε μια παπική ευλογία ή σε μια τελευταία παπαδίστικη άφεση ή στην μετάνοια του νεκροκρέβατου ή σε ένα μπάνιο στο Γάγγη ή σε έναν εξαγνισμένο θάνατο στο Μπεναρές. Τέτοιες είναι οι παιδικές κατεργαριές με τις οποίες δραπετεύουμε από την παιδικότητά μας. Και στο τέλος ο νους ενηλικιώνεται και αποδιώχνει όλη αυτήν την παιδική ανοησία με περιφρόνηση. Η σχετική με την αμοιβή και την τιμωρία θεωρία της αναγέννησης, εάν και λίγο πιο εξυψωμένη ή τουλάχιστον λιγότερο ακατέργαστη αισθησιακά, καταλήγει κατά τον ίδιο τρόπο να μην είναι αποδοτική, και ευτυχώς που είναι και έτσι. Γιατί είναι ανυπόφορο το ότι ο άνθρωπος με την θεία του ικανότητα θα έπρεπε να συνεχίζει να είναι ενάρετος για την ιδέα της ανταμοιβής και να αποδιώχνει την αμαρτία από φόβο. Καλύτερα ένας δυνατός αμαρτωλός από έναν εγωιστή δειλό ή έναν μικρό μεταπράτη στις σχέσεις του με τον Θεό. Υπάρχει περισσότερη θειότητα μέσα του, περισσότερη ικανότητα για ανύψωση. Πολύ σωστά η Γκιτά λέει “Φτωχές και ναυαγισμένες ψυχές είναι αυτές που κάνουν αντικείμενο των σκέψεων και των δραστηριοτήτων τους τα προϊόντα της καθημερινής δουλειάς τους”. Και είναι ακατανόητο το ότι το σύστημα αυτού του πάρα πολύ μεγάλου και μεγαλόπρεπου κόσμου πρέπει να έχει τα θεμέλιά του σ’ αυτά τα μικροπρεπή και χωρίς αξία κίνητρα. Υπάρχει αιτιολογία γι’ αυτές τις θεωρίες; Τότε είναι η αιτιολογία του βρεφοσταθμού, της παιδικότητας. Ηθική; Τότε είναι η ηθική της λάσπης, του λασπώδικου.

Το αληθινό θεμέλιο της θεωρίας της αναγέννησης είναι η εξέλιξη της ψυχής, ή μάλλον η ανθοφορία της έξω από το πέπλο της ύλης και η σταδιακή της αυτοαναγνώριση. Ο Βουδισμός περιέχει αυτή την αλήθεια μέσα στη θεωρία του κάρμα και από εκεί είναι που πρέπει να αναδυθεί. Αλλά όμως τελικά δεν καταφέρνει και ο Βουδισμός να την φέρει στο φως. Ο Ινδουισμός την ήξερε από παλιά, αλλά στη συνέχεια έχασε την σωστή ισορροπία της έκφρασής της. Τώρα ξαναγίναμε ικανοί στο να τοποθετήσουμε την αρχαία αλήθεια σε μια νέα γλώσσα και αυτό μάλιστα γίνεται ήδη από ορισμένες σχολές της σκέψης, παρόλο που όλες εκείνες οι παλιές ιδέες που σαν κρούστα έχουν κάτσει πάνω στην θεωρία αυτή έχουν την τάση να αλλάζουν την κατεύθυνση στην έρευνα της βαθιάς σοφίας. Και εάν αυτή η σταδιακή ανθοφορία είναι αληθινή, τότε η θεωρία της Αναγέννησης είναι μια διανοητική αναγκαιότητα, ένα λογικό και αναπόφευκτο πόρισμα. Αλλά ποιός είναι ο σκοπός αυτής της εξέλιξης; Ο σκοπός δεν είναι μια συμβατική αρετή ή μια συμφέρουσα αρετή ή ακόμα δεν είναι μια χωρίς σφάλμα κερδοσκοπία που προέρχεται από ένα μικρό νόμισμα καλοσύνης με την ελπίδα μιας ανάλογης διανομής υλικής αμοιβής, αλλά μια συνεχιζόμενη ανάπτυξη προς μια θεία γνώση, δύναμη, αγάπη και αγνότητα. Αυτά τα πράγματα από μόνα τους είναι η πραγματική αρετή και αυτή η αρετή είναι από μόνη της η ανταμοιβή. Η μία και αληθινή αμοιβή των εργασιών της αγάπης είναι να αυξάνεται πάντοτε σε ικανότητα και ευχαρίστηση έως τον βαθμό εκείνο της έκστασης που φτάνει έως το πνευματικό αγκάλιασμα που τα κλείνει όλα και έως το παγκόσμιο πάθος. Η μοναδική ανταμοιβή από τις διεργασίες της σωστής δύναμης είναι να φιλοξενεί όλο και περισσότερο την θεία δύναμη, και από τις διεργασίες της αγνότητας να απελευθερώνεται όλο και περισσότερο από τον εγωισμό και να μας μετακινεί προς την άσπιλη ευρύτητα όπου όλα τα πράγματα μετατρέπονται και συμβιβάζονται μέσα σε μια θεία ισότητα. Το να αναζητάει κανείς άλλη αμοιβή είναι σαν να δένει τον εαυτό του με μια ανοησία και με μια παιδική άγνοια. Το να θεωρεί πάλι αυτά τα πράγματα σαν ανταμοιβή είναι ανωριμότητα και ατέλεια. Και τί συμβαίνει με τα βάσανα και την ευτυχία, τις ατυχίες και την ευμάρεια; Αυτές είναι εμπειρίες της ψυχής στην εκπαίδευσή της, βοηθήματα, στηρίγματα, μέσα, πειθαρχικοί έλεγχοι, δοκιμασίες, δεινοπαθήματα, -και η ευμάρεια συχνά ένα χειρότερο δεινοπάθημα από τη συμφορά. Πράγματι, η κακοτυχία, το δεινοπάθημα μπορεί συχνά να θεωρηθούν μάλλον σαν ανταμοιβή στην αρετή παρά σαν τιμωρία στην αμαρτία, μια που βγαίνει να είναι οι μεγαλύτερες βοήθειες και εξαγνισμοί της ψυχικής πάλης για να ξεδιπλωθεί. Το να τα θεωρήσουμε στις περισσότερες περιπτώσεις σαν την αυστηρή αμοιβή μιας δικαιοσύνης, ή σαν τον θυμό ενός ερεθισμένου κυβερνήτη ή ακόμα σαν την μηχανιστική επαναφορά του αποτελέσματος του κακού εξ αιτίας κακού είναι το ίδιο με το να δεχόμαστε την πιο επιπόλαιη άποψη την πιθανή για τις συνδιαλλαγές του θεού με τη ψυχή και με το νόμο της παγκόσμιας εξέλιξης. Και τί συμβαίνει με την γήινη ευμάρεια, τους απόγονους, την εξωτερική χαρά της τέχνης, την ομορφιά, την δύναμη; Ωραία όλα αυτά εάν τα πετυχαίνουμε χωρίς απώλειες ως προς την ψυχή και απολαμβάνονται μόνο σαν να προέρχονται από την θεία χαρά και την ευχαριστία του να καταλήγουν στην υλική μας ύπαρξη. Αλλά ας τα αναζητήσουμε πρώτα για τους άλλους ή μάλλον για όλους, και μόνο σαν μέσο της παγκόσμιας κατάστασης για τους εαυτούς μας ή σαν ένα από τα μέσα του να έρθει η τελειότητα πιο κοντά.

Η ψυχή δεν χρειάζεται απόδειξη για την αναγέννησή της πιο πολύ από ότι χρειάζεται για την αθανασία της. Γιατί έρχεται κάποια στιγμή που είναι συνειδητά αθάνατη και είναι καλά πληροφορημένη για τον εαυτό της στον τομέα της αιώνιας και αμετάβλητης έννοιάς της. Από την στιγμή που αυτή η συνειδητοποίηση επιτευχθεί, όλες οι διανοητικές ερωτήσεις υπέρ και κατά της αθανασίας της ψυχής καταπίπτουν σαν μια μάταιη κραυγή άγνοιας γύρω από την αλήθεια που αποδεικνύεται από μόνη της και που βρίσκεται παντού. Tato na vicikitsate (δεν συνδιαλέγεται μετά από αυτό). Και τότε αυτή η αληθινή δυναμική πεποίθηση στην αθανασία γίνεται για μας όχι ένα διανοητικό δόγμα αλλά ένα γεγονός τόσο φανερό όσο το φυσικό γεγονός της αναπνοής μας και τόσο λίγο αναγκαίο να αποδειχθεί ή να επιβεβαιωθεί όσο και αυτό. Κατά τον ίδιο τρόπο έρχεται και μια στιγμή που η ψυχή αποκτά συνείδηση του εαυτού της κατά την διάρκεια της αιώνιας και μεταβλητής της κίνησης. Και είναι τότε που συνειδητοποιεί τα χρόνια πίσω που συνιστούν την τωρινή διοργάνωση της κίνησης, βλέπει πως αυτή προετοιμαζόταν σε ένα παρελθόν χωρίς διακοπή, θυμάται κάτι από τις παλιές καταστάσεις της, περιβάλλοντα, ιδιαίτερες φόρμες ενεργοποίησης που στοιχειοθέτησαν την τωρινή της σύσταση και γνωρίζει προς τα που πηγαίνει με την ανάπτυξη της στο μέλλον, μια ανάπτυξη χωρίς διακοπή. Αυτή είναι η αληθινή δυναμική πίστη στην αναγέννηση και εκεί είναι που σταματάει το παιχνίδι της διάνοιας που ρωτάει. Το ψυχικό όραμα και η ψυχική μνήμη είναι το παν. Βέβαια, παραμένει η ερώτηση του μηχανισμού της ανάπτυξης και των νόμων της αναγέννησης στα οποία η διάνοια, οι διερευνήσεις της και οι γενικεύσεις της μπορεί να παίξουν ακόμα κάποιο ρόλο. Αλλά και εδώ όσο περισσότερο κάποιος σκέπτεται και αποκτά εμπειρίες, τόσο περισσότερο η κανονική, απλή τομή και ο στεγνός υπολογισμός της μετενσάρκωσης φαίνεται να έχουν αξία που αμφισβητείται. Υπάρχει βέβαια σ’ αυτήν μια ευρύτερη συνθετότητα, ένας νόμος εξελιγμένος με μια πιο δύσκολη κίνηση και μια πιο πολύπλοκη αρμονία από ότι στις άλλες πιθανότητες του Απόλυτου. Αλλά αυτή είναι μια ερώτηση που απαιτεί μακρά και πολύ μελέτη, γιατί ο νόμος γι’ αυτήν είναι λεπτός. Anur hyesa dhar-mah.

Leave a Reply/Αφήστε μια απάντηση