
Υπάρχει μια παγίδα στην ερώτηση, “τι είναι η δημιουργία;”, και η παγίδα είναι ότι τη ρωτάμε πολύ αργά. Μέχρι να φτάσουμε σε αυτήν, έχουμε ήδη αποφασίσει, ασυνείδητα, ότι η δημιουργία είναι κάτι που κάνει κάποιος, μια πράξη βούλησης, ένα τετελεσμένο γεγονός, όπως ο ζωγράφος, ο συγγραφέας, ο μηχανικός, ο άνθρωπος που παράγει κάτι που πριν δεν υπήρχε. Κι εδώ αρχίζει το λάθος, γιατί η δημιουργία δεν ξεκίνησε εκεί. Το να νομίζουμε ότι ξεκίνησε εκεί αποκαλύπτει πόσο επιφανειακά σκεφτόμαστε ακόμα.
Πριν από κάθε άνθρωπο που έγραψε, ζωγράφισε ή έχτισε, υπήρξε μια άλλη δημιουργία, αθέατη, άχρονη, αδύνατο να περιγραφεί χωρίς να καταφύγουμε στη γλώσσα του παραμυθιού. Ας το πούμε απλά. Κάποτε υπήρχε το Απόλυτο, όχι Ένα, γιατί το Ένα υπονοεί ακόμα θέση στον χώρο, αλλά Μηδέ-Ένα, πληρότητα χωρίς περιεχόμενο, δυνατότητα χωρίς εκδήλωση. Από εκεί αναδύθηκε η Υπερουσία, το πρώτο επίπεδο ύπαρξης. Ακολούθησε η Ουσία, ο κόσμος της τάξης και των νόμων. Και τελευταία, η ύλη, αυτή που βλέπουμε, αγγίζουμε, αναλύουμε σε εργαστήρια και νομίζουμε, λανθασμένα, ότι από εκεί ξεκινάει η ιστορία.
Η αλήθεια είναι πως δεν ξεκινάει. Η κοσμογονία και η πνευματική δημιουργία δεν είναι ανεξάρτητες πράξεις. Είναι η ίδια κίνηση προς τα κάτω, από την απόλυτη ενότητα στην πολλαπλότητα, από το Μηδέ-Ένα στα εκατομμύρια πρόσωπα που κατοικούν αυτή τη στιγμή στους πλανήτες του κόσμου. Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται στο τέλος αυτής της αλυσίδας, είναι το σημείο όπου η αλυσίδα αρχίζει να διπλώνεται πίσω, και αυτή η διαφορά δεν είναι μικρή.
Η Μονάδα, πριν δημιουργήσει οτιδήποτε υλικό, δημιούργησε πρώτα την ιδέα, την αρχετυπική μορφή. Ό,τι υπάρχει στον κόσμο της ύλης, υπήρξε πρώτα ως σύλληψη στο επίπεδο της Υπερουσίας. Δεν επινοήθηκε από τους νόμους της Ουσίας, εκφράστηκε μέσω αυτών. Η διαφορά είναι κρίσιμη και δεν είναι φιλολογική. Σημαίνει ότι η “ιδέα άνθρωπος” δεν ήταν αποτέλεσμα εξέλιξης. Ο δαρβινισμός περιγράφει τον μηχανισμό, όχι τον σκοπό. Η φυσική επιλογή εξηγεί πώς κινήθηκε η βιολογική πολυπλοκότητα, δεν εξηγεί γιατί κινήθηκε ακριβώς προς ένα ον που μπορεί να αναρωτηθεί για τον εαυτό του.
Και εδώ η νευροεπιστήμη μπαίνει στη συζήτηση με κάτι ενοχλητικό, ο ανθρώπινος φλοιός ανέπτυξε μεταγνωστικές ικανότητες, την ικανότητα δηλαδή να σκέφτεται πάνω στη σκέψη, που δεν βγαίνει από κανένα εξελικτικό πλεονέκτημα επιβίωσης. Ένα ον που κάθεται να θεωρεί τη δική του ύπαρξη δεν τρώει καλύτερα, δεν ξεφεύγει από τους θηρευτές πιο γρήγορα. Βγαίνει από κάτι που ήταν ήδη γραμμένο στους νόμους. Η εξέλιξη ήταν ο τρόπος που η ύλη έφτασε σε επαρκή πολυπλοκότητα ώστε να φιλοξενήσει αυτή την ιδέα. Ο άνθρωπος δεν εφευρέθηκε, αποκαλύφθηκε. Και αυτή η διάκριση αλλάζει τα πάντα στον τρόπο που καταλαβαίνουμε τι σημαίνει να φτιάχνεις κάτι.
Τώρα φτάνουμε στο ζητούμενο. Αυτός ο άνθρωπος, αυτό το κατιόν δημιούργημα της Μονάδας, όταν καθίσει και γράψει ένα ποίημα, τι κάνει ακριβώς;
Ας το δούμε χωρίς ρομαντισμό και χωρίς ιδεαλισμό. Δεν δημιουργεί με την απόλυτη έννοια, δεν φέρνει κάτι στην ύπαρξη από το μηδέν. Αυτό το έκανε μία φορά η Μονάδα και δεν επαναλαμβάνεται. Ό,τι κάνει ο άνθρωπος είναι κάτι πιο λεπτό και, με έναν τρόπο, πιο συγκλονιστικό, αναδιατάσσει το υπάρχον υλικό της Ουσίας σε νέες μορφές, ακολουθώντας αρχέτυπα που δεν επινόησε ο ίδιος, αλλά ανακαλύπτει. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο όρους δεν είναι σημασιολογική, είναι οντολογική.
Ο αρχιτέκτονας εκφράζει ένα αρχέτυπο χώρου που προϋπήρχε στο επίπεδο της Υπερουσίας. Ο μουσικός ακούει κάτι που ήδη υπάρχει σε έναν κόσμο που δεν έχει ακόμη ονόματα, και αυτό δεν είναι μεταφορά, η νευροεπιστήμη έχει δείξει ότι η μουσική αντίληψη ενεργοποιεί δομές που προϋπάρχουν της γλωσσικής ανάπτυξης, δομές που δεν “μαθαίνονται” αλλά αναγνωρίζονται σαν κάτι προγενέστερο, σαν κάτι που περίμενε να ακουστεί. Ο ποιητής αγγίζει μια αλήθεια που δεν την επινόησε, απλώς βρήκε τις λέξεις που τη χωράνε.
Αυτό δεν μειώνει τη δημιουργία, την εδραιώνει. Γιατί αυτό που κάνει ο άνθρωπος είναι αντανάκλαση, και η αντανάκλαση μιας ανέσπερης πηγής είναι το μόνο φως που μπορούμε να δούμε μέσα στο σκοτάδι αυτής της ύπαρξης. Η γη δεν λάμπει μόνη της, ανακλά τον ήλιο. Αλλά χωρίς αυτή την ανάκλαση, ο ήλιος θα παρέμενε αόρατος σε όσους περπατούν επάνω της.
Κάθε φορά που δημιουργεί κάτι, έστω ένα μικρό κομμάτι μουσικής, ένα κτίριο, μια λέξη που άξιζε τον κόπο, κάτι από το Απόλυτο ξαναγυρίζει στον εαυτό του μέσα από ανθρώπινα χέρια. Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς αποδέκτης της δημιουργίας, είναι ο καθρέφτης μέσω του οποίου η δημιουργία βλέπει τον εαυτό της. Αυτή είναι μια τρομακτική ευθύνη και, ταυτόχρονα, η μεγαλύτερη τιμή που θα μπορούσε να απονεμηθεί σε ένα ον από πρωτεΐνη και νερό, αν και η λέξη τιμή ακούγεται μικρή μπροστά στο βάρος που συνεπάγεται.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι “τι δημιουργώ;” Είναι “από πού δημιουργώ;” Αν δημιουργεί από το χαμηλότερο στρώμα του εαυτού, τον φόβο, τη ματαιοδοξία, την ανάγκη επιβεβαίωσης, το αποτέλεσμα είναι θόρυβος. Και ο κόσμος είναι ήδη γεμάτος από θόρυβο που υπογράφεται ως τέχνη. Αν δημιουργεί από το σημείο εκείνο όπου η Θεία Σπίθα παραμένει άσβεστη, τότε κάτι από την αρχική πράξη της Μονάδας ξαναζωντανεύει, όχι ως αντίγραφο, αλλά ως συνέχεια, και αυτή η διαφορά δεν είναι μικρή.
Ο άνθρωπος δεν δημιουργεί επειδή επιλέγει να δημιουργεί. Δημιουργεί επειδή δεν μπορεί διαφορετικά, γιατί αυτό είναι που είναι, εξ ορισμού, από τη στιγμή που η ιδέα άνθρωπος γράφτηκε στους νόμους της Ουσίας. Η ερώτηση δεν είναι αν θα δημιουργήσει. Η ερώτηση είναι αν θα το κάνει συνειδητά.
Το υπόλοιπο είναι απλώς βαθμός συνείδησης.
"Η μορφή άνθρωπος δεν ήταν αποτέλεσμα εξέλιξης. Η εξέλιξη ήταν ο τρόπος που η ύλη έφτασε σε επαρκή πολυπλοκότητα ώστε να φιλοξενήσει αυτή την ιδέα."
—ΠΑΝΟΣ ΣΑΚΕΛΗΣ
Μπορείτε πάντα να επικοινωνήσετε με τον Συγγραφέα. Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα και θα σας απαντήσουμε το συντομότερο δυνατό.