
Έχω γράψει σε προηγούμενα κεφάλαια ότι η Θεία Σπίθα δεν επιστρέφει μετά τον θάνατο ως άτομο. Δεν μπορεί. Η σχετική ατομικότητα ανήκε εδώ, στην ενσάρκωση, και διαλύεται μαζί της. Αυτό που επιστρέφει, αν η Σπίθα κατάφερε να κρυσταλλώσει κάτι αξιόλογο κατά τη διάρκεια της ζωής, είναι η πεμπτουσία της εμπειρίας του “ΕΓΩ ΕΙΜΙ”, και όχι η ιστορία, η μνήμη, το όνομα, το πρόσωπο. Αυτά φεύγουν μαζί με το σώμα. Και δεν υπάρχει λόγος πένθους γι’ αυτό. Υπάρχει, ωστόσο, κάθε λόγος να το κατανοήσει κανείς πριν έρθει η ώρα.
Αλλά η ερώτηση που θέλω να εξετάσω εδώ είναι διαφορετική και πιο λεπτή: Τι συμβαίνει όταν στο ανώτερο επίπεδο συνείδησης, “επιστρέφουν” δύο Σπίθες που προέρχονται από ζωές διαφορετικών ανθρώπων αλλά της ίδιας πνευματικής συλλογικότητας; Ποια είναι η σχέση τους; Συναντιούνται; Αναγνωρίζονται; Συνδιαλέγονται; Ή συμβαίνει κάτι που δεν έχει ακόμα όνομα στη γλώσσα μας; Η ερώτηση φαίνεται απλή. Δεν είναι.
Για να την απαντήσει κανείς σωστά, πρέπει να σταθεί για λίγο στη φύση του ανώτερου επιπέδου και να αντισταθεί στον πειρασμό να το σκεφτεί με τους εδώ όρους. Ο πειρασμός είναι ισχυρός: φανταζόμαστε το ανώτερο επίπεδο ως έναν χώρο όπου οι άνθρωποι “συναντιούνται” μετά θάνατον, αναγνωρίζονται, ανταλλάσσουν εμπειρίες, συνδιαλέγονται. Σαν κάποιο ανώτερης κατηγορίας σαλόνι όπου οι άλλοτε χωριστές παρουσίες συνεχίζουν να λειτουργούν ως εαυτοί, μόνο ελαφρύτεροι και χωρίς τα βάσανα του σώματος. Αυτή η εικόνα είναι παρηγορητική, αλλά είναι επίσης και λανθασμένη.
Στο ανώτερο επίπεδο δεν υπάρχουν ανεξάρτητες μονάδες. Η ατομικότητα είναι εργαλείο του κατώτερου επιπέδου, είναι αυτό που χρειάστηκε για να κερδηθεί στο εδώ η συγκεκριμένη γνώση. Μόλις η ενσάρκωση περατωθεί, η ατομικότητα λήγει ως κατηγορία ύπαρξης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η Σπίθα “χάνεται”. Σημαίνει ότι επανενσωματώνεται στη συλλογικότητα από την οποία προήλθε, φέροντας μαζί της ό,τι απέκτησε ως προσωπικό κέρδος της διαδρομής.
Τι συμβαίνει λοιπόν όταν δύο σπίθες της ίδιας πνευματικής συλλογικότητας επιστρέφουν; Δεν “συναντιούνται”, ενσωματώνονται. Η διάκριση είναι ουσιώδης. Δεν υπάρχουν δύο συνειδήσεις που ανταλλάσσουν πληροφορίες, υπάρχει μία συλλογικότητα που εμπλουτίζεται από δύο διαφορετικές συνεισφορές, δύο διαφορετικές “γεύσεις” του ΕΓΩ ΕΙΜΙ, δύο μοναδικά αποτυπώματα της εμπειρίας του να είσαι χωριστό, οριοθετημένο ον. Εκείνη τη στιγμή, η Συλλογικότητα δεν γίνεται “πλουσιότερη” με τον τρόπο που μια τράπεζα πλουτίζει με νέες καταθέσεις. Γίνεται βαθύτερη, πιο σύνθετη στην αυτοκατανόησή της, πιο ικανή να εκφράσει νέες πτυχές του Ενός.
Η νευροεπιστήμη προσφέρει εδώ μια χρήσιμη αναλογία, χωρίς βέβαια να εξηγεί το φαινόμενο. Όταν δύο νευρωνικά δίκτυα εκπαιδεύονται ανεξάρτητα σε παρεμφερή δεδομένα και στη συνέχεια συγχωνεύονται, το αποτέλεσμα δεν είναι η απλή πρόσθεση των δύο. Είναι μια νέα αρχιτεκτονική που διαθέτει δυνατότητες τις οποίες κανένα από τα δύο δεν είχε χωριστά. Ο λόγος είναι ότι κάθε ένα είχε αναπτύξει διαφορετικές εσωτερικές αναπαραστάσεις για το ίδιο φαινόμενο, και η συνάντησή τους δημιουργεί διαστάσεις κατανόησης αδύνατες για το ένα ή το άλλο από μόνο του. Αυτό δεν αποδεικνύει τίποτα για το ανώτερο επίπεδο, αλλά δείχνει ότι η συγχώνευση πληροφορίας δεν σημαίνει απαραίτητα απώλεια, μπορεί να σημαίνει και ανύψωση.
Αν τώρα οι δύο Σπίθες ανήκουν μεν στην ίδια Συλλογικότητα αλλά σε επιμέρους υποσυλλογικότητες που εντάσσονται στην ίδια γενιά συνειδησιακής οντότητας, τότε η σχέση τους αλλάζει ποιοτικά. Δεν είναι σχέση ενσωμάτωσης αλλά σχέση τομής, με την αυστηρά μαθηματική έννοια: δύο σύνολα που έχουν κοινά στοιχεία μόνο στον χώρο όπου τέμνονται. Η “επικοινωνία” τους, αν αυτή η λέξη έχει ακόμα νόημα σε εκείνο το επίπεδο, γίνεται μέσω της κοινής τους αρχής, όχι άμεσα, και δεν μπορεί να περιγραφεί ως σχέση δύο οντοτήτων που συνδιαλέγονται, παρόλο που με σχετικούς όρους είναι σαν να ανήκουν στις εκεί ατομικότητες, ό,τι και αν σημαίνει για το εκεί επίπεδο ο όρος “ατομικότητα”. Βέβαια η ενσωμάτωση στην δική της υποσυλλογικότητα προηγείται της οποιασδήποτε μορφής επικοινωνίας.
Σε ανθρωπομορφικό επίπεδο ένα κύτταρο της καρδιάς και ένα άλλο κύτταρο της ίδιας καρδιάς ανήκουν στο ίδιο όργανο, αλλά αυτό που τα συνδέει με αντίστοιχα κύτταρα άλλων οργάνων είναι το σώμα το οποίο συνθέτουν.
Υπάρχει εδώ κάτι που αξίζει να ειπωθεί με σαφήνεια, επειδή η σύγχυση είναι συνηθισμένη: η σχέση δύο ανθρώπων στο κατώτερο επίπεδο, η αγάπη, η φιλία, η σύγκρουση, η συνεργασία, δεν “μεταφέρεται” ως σχέση στο ανώτερο. Δεν επιβιώνει ο δεσμός με τον τρόπο που θα επιθυμούσε η ατομικότητα. Αυτό που επιβιώνει είναι το κέρδος που αποκόμισε κάθε Σπίθα χάρη σε εκείνη τη σχέση. Η συνάντηση των δύο ανθρώπων ήταν μέσο, όχι σκοπός. Και αν η συνάντηση τους βοήθησε να κρυσταλλώσουν βαθύτερα το ΕΓΩ ΕΙΜΙ, τότε αυτό, και μόνο αυτό, είναι αυτό που η Συλλογικότητα αναγνωρίζει σαν κέρδος.
Αυτό ακούγεται ψυχρό. Είναι όμως τελικά, η πλέον ακριβής περιγραφή που διαθέτω. Η συναισθηματική μας ανάγκη να διατηρηθεί η σχέση αντανακλά μια βαθιά, ανθρώπινα κατανοητή επιθυμία για συνέχεια. Αλλά η επιθυμία αυτή ανήκει στην ατομικότητα, και η ατομικότητα έχει ήδη εκπληρώσει τον ρόλο της. Όταν κανείς ρωτά “θα ξανασυναντηθούμε;” δεν κάνει μεταφυσική ερώτηση. Κάνει ερώτηση ατομικότητας. Και η ατομικότητα δεν έχει δικαίωμα να ζητά απαντήσεις για το επίπεδο που κατέληξε και που προφανώς θα της στερήσει την αυτονομία.
Ό,τι αγαπήθηκε, ό,τι δομήθηκε, ό,τι μεταδόθηκε μεταξύ δύο ανθρώπων που ανήκαν στην ίδια Συλλογικότητα, δεν εξαφανίζεται. Αλλά δεν διατηρείται ούτε με τον τρόπο που το γνωρίζουμε εδώ. Περνά σε άλλη μορφή ύπαρξης, ενσωματωμένο σε μια συλλογικότητα που είναι πλουσιότερη από το άθροισμα των μερών της, ακριβώς επειδή τα μέρη δεν προστέθηκαν απλώς το ένα στο άλλο, αλλά αλληλοδιείσδυσαν σε επίπεδο που η γλώσσα της ατομικότητας δεν μπορεί να αποτυπώσει.
Δεν είναι λύτρωση. Δεν είναι κόλαση. Δεν είναι καν συνέχεια με την έννοια που τη φανταζόμαστε. Είναι κάτι που δεν έχει αντιστοιχία στη γλώσσα του κατώτερου επιπέδου, και ακριβώς γι’ αυτό αξίζει να το σκεφτόμαστε με τους καθαρότερους δυνατούς όρους, αντί να το αφήνουμε στην παρηγοριά των εικόνων. Οι εικόνες παρηγορούν αλλά δεν προετοιμάζουν. Και η προετοιμασία είναι το ζητούμενο.
Το “Εμείς” του ανώτερου επιπέδου δεν χτίζεται από σχέσεις. Χτίζεται από ολοκληρωμένα ταξίδια.
"Ό,τι αγαπήθηκε μεταξύ δύο ανθρώπων της ίδιας Συλλογικότητας δεν εξαφανίζεται. Περνά σε μια άλλη μορφή ύπαρξης, ενσωματωμένο σε μια συλλογικότητα που είναι πλουσιότερη από το άθροισμα των μερών της."
—ΠΑΝΟΣ ΣΑΚΕΛΗΣ
Μπορείτε πάντα να επικοινωνήσετε με τον Συγγραφέα. Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα και θα σας απαντήσουμε το συντομότερο δυνατό.